Η ανάγκη για δικαστική συμπαράσταση συνήθως δεν εμφανίζεται ως θεωρητικό νομικό ζήτημα. Προκύπτει μέσα στην καθημερινότητα μιας οικογένειας.
Ένας ηλικιωμένος άνθρωπος μπορεί να έχει πλέον σημαντική έκπτωση της μνήμης και της κρίσης του. Ένα ενήλικο άτομο με σοβαρή αναπηρία μπορεί να χρειάζεται βοήθεια στη διαχείριση των οικονομικών και προσωπικών του υποθέσεων. Μετά από ένα σοβαρό εγκεφαλικό επεισόδιο ή εξαιτίας μιας άλλης κατάστασης υγείας, μπορεί να γίνει δύσκολη ή αδύνατη η διεκπεραίωση ακόμη και απλών συναλλαγών.
Τότε προκύπτουν πρακτικά ερωτήματα:
– Ποιος μπορεί να διαχειριστεί έναν τραπεζικό λογαριασμό;
– Ποιος μπορεί να υπογράψει μια σύμβαση;
– Ποιος μπορεί να εκπροσωπήσει το πρόσωπο ενώπιον μιας δημόσιας υπηρεσίας;
– Ποιος μπορεί να φροντίσει ένα ακίνητο ή να ζητήσει την εκποίησή του;
– Τι γίνεται όταν υπάρχει επείγουσα ανάγκη και δεν μπορεί να αναμένεται η έκδοση της οριστικής δικαστικής απόφασης;
Η συγγενική σχέση από μόνη της δεν παρέχει γενική εξουσία εκπροσώπησης. Το γεγονός ότι κάποιος είναι σύζυγος, παιδί ή άλλος συγγενής δεν σημαίνει ότι μπορεί αυτομάτως να υπογράφει ή να διαχειρίζεται την περιουσία ενός άλλου ενήλικου προσώπου.
Σε αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να απαιτείται η δικαστική συμπαράσταση.
Τι είναι η δικαστική συμπαράσταση;
Σύμφωνα με το άρθρο 1666 ΑΚ, σε δικαστική συμπαράσταση μπορεί να υποβληθεί ενήλικο πρόσωπο όταν, εξαιτίας ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής ή σωματικής αναπηρίας, αδυνατεί εν όλω ή εν μέρει να φροντίζει μόνο του τις υποθέσεις του.
Δεν αρκεί, επομένως, η ύπαρξη μιας διάγνωσης ή ενός ποσοστού αναπηρίας. Πρέπει να εξετάζεται ο τρόπος με τον οποίο η συγκεκριμένη κατάσταση επηρεάζει στην πράξη την ικανότητα του ανθρώπου να λαμβάνει αποφάσεις, να συνάπτει δικαιοπραξίες και να διαχειρίζεται τις υποθέσεις του.
Η δικαστική συμπαράσταση δεν αποσκοπεί στην τιμωρία ή στον αποκλεισμό του προσώπου. Είναι ένας θεσμός προστασίας, ο οποίος πρέπει να προσαρμόζεται στις πραγματικές ανάγκες του.
Δεν είναι ένα μέτρο «όλα ή τίποτα»
Η δικαστική συμπαράσταση μπορεί να λάβει διαφορετικές μορφές.
Το δικαστήριο μπορεί:
– να κηρύξει το πρόσωπο ανίκανο για όλες ή για ορισμένες δικαιοπραξίες,
– να απαιτήσει τη συναίνεση του δικαστικού συμπαραστάτη για όλες ή για ορισμένες πράξεις,
– να συνδυάσει τη στερητική και την επικουρική δικαστική συμπαράσταση,
– να αναθέσει στον δικαστικό συμπαραστάτη συγκεκριμένους τομείς διαχείρισης, χωρίς να περιορίσει συνολικά την αυτονομία του προσώπου.
Η στερητική δικαστική συμπαράσταση σημαίνει ότι, για τις πράξεις που προσδιορίζει η δικαστική απόφαση, ενεργεί ο δικαστικός συμπαραστάτης στο όνομα και για λογαριασμό του συμπαραστατούμενου.
Η επικουρική δικαστική συμπαράσταση σημαίνει ότι το ίδιο το πρόσωπο μπορεί να επιχειρεί τις πράξεις, αλλά απαιτείται η συναίνεση του δικαστικού συμπαραστάτη για την ισχύ τους.
Το δικαστήριο μπορεί επίσης να περιορίσει τη συμπαράσταση σε συγκεκριμένους τομείς, όπως:
– η διαχείριση τραπεζικών λογαριασμών,
– η είσπραξη εισοδημάτων ή παροχών,
– η σύναψη σημαντικών συμβάσεων,
– η διαχείριση ακινήτων,
– η εκπροσώπηση ενώπιον δημόσιων υπηρεσιών,
– η διεξαγωγή συγκεκριμένων δικαστικών ενεργειών.
Το άρθρο 1676 ΑΚ προβλέπει ρητά ότι το δικαστήριο οφείλει να επιβάλλει τους ελάχιστους δυνατούς περιορισμούς που απαιτεί το συμφέρον του συμπαραστατούμενου.
Τι γίνεται όταν υπάρχει επείγον ζήτημα;
Η διαδικασία για την οριστική δικαστική συμπαράσταση δεν ολοκληρώνεται πάντοτε άμεσα. Στο μεταξύ, όμως, μπορεί να υπάρχει ανάγκη να προστατευθεί η περιουσία ή η υγεία του προσώπου.
Για τον λόγο αυτό μπορεί να διοριστεί προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης, σύμφωνα με το άρθρο 1672 ΑΚ. Ο διορισμός μπορεί να ζητηθεί πριν ή μετά την έναρξη της κύριας διαδικασίας.
Ο προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης δεν αποκτά απεριόριστη εξουσία. Η αρμοδιότητά του συνδέεται με τα αναγκαία μέτρα για την αποτροπή σοβαρού κινδύνου για το πρόσωπο ή την περιουσία του συμπαραστατέου.
Ανάλογα με την περίπτωση, μπορεί να χρειάζεται να:
– πληρωθούν επείγουσες υποχρεώσεις,
– προστατευθεί ένα ακίνητο ή άλλο περιουσιακό στοιχείο,
– διευθετηθούν άμεσα τραπεζικά ή ασφαλιστικά ζητήματα,
– υποβληθούν αιτήσεις για παροχές ή συντάξεις,
– ληφθούν αποφάσεις για νοσηλεία ή άλλη αναγκαία φροντίδα.
Σε επείγουσες περιπτώσεις μπορεί να ζητηθεί και προσωρινή διαταγή, με την οποία ρυθμίζεται άμεσα η προστασία μέχρι την περαιτέρω εξέλιξη της διαδικασίας.
Τι ισχύει για τους τραπεζικούς λογαριασμούς;
Η καθημερινή φροντίδα ενός ηλικιωμένου γονέα δεν αρκεί για να αποκτήσει το παιδί του δικαίωμα διαχείρισης του ατομικού τραπεζικού λογαριασμού του.
Πρέπει να υπάρχει νόμιμη βάση εκπροσώπησης. Αυτή μπορεί, ανάλογα με την περίπτωση, να προκύπτει από:
– έγκυρο πληρεξούσιο,
– κοινό τραπεζικό λογαριασμό,
– δικαστική απόφαση που παρέχει σχετική εξουσία στον δικαστικό συμπαραστάτη,
– άλλη ειδική νόμιμη ρύθμιση.
Εάν το πληρεξούσιο είχε δοθεί πριν από την ουσιώδη επιδείνωση της κατάστασης του προσώπου, πρέπει να εξετάζονται το περιεχόμενο, η ισχύς και τα πραγματικά περιστατικά της συγκεκριμένης περίπτωσης.
Ο διορισμός δικαστικού συμπαραστάτη δεν σημαίνει ότι αποκτάται ανεξέλεγκτη πρόσβαση σε όλα τα χρήματα ή σε κάθε περιουσιακό στοιχείο. Η εξουσία του καθορίζεται από τον νόμο και, κυρίως, από το διατακτικό της δικαστικής απόφασης.
Η νομολογία έχει δεχθεί ότι, σε περίπτωση κοινού τραπεζικού λογαριασμού, η θέση ενός συνδικαιούχου σε δικαστική συμπαράσταση δεν οδηγεί αυτομάτως στη λύση ή στην αδρανοποίηση του λογαριασμού. Η διαχείριση, όμως, πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τα όρια της δικαστικής απόφασης και προς το συμφέρον του συμπαραστατούμενου ([ΑΠ 977/2025]
Μπορεί ο δικαστικός συμπαραστάτης να πουλήσει ακίνητο;
Όχι χωρίς περιορισμούς.
Ο δικαστικός συμπαραστάτης μπορεί να διαχειρίζεται τις υποθέσεις που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά του, αλλά οι σημαντικές πράξεις διάθεσης περιουσίας υπόκεινται στις ειδικές εγγυήσεις που προβλέπει ο νόμος για την επιτροπεία και τη δικαστική συμπαράσταση.
Επομένως, για την πώληση ακινήτου ή για άλλη σοβαρή πράξη επί της περιουσίας μπορεί να απαιτείται προηγούμενη δικαστική άδεια. Το αν απαιτείται άδεια και ποια διαδικασία πρέπει να ακολουθηθεί εξαρτάται από:
– το είδος της δικαστικής συμπαράστασης,
– το περιεχόμενο της δικαστικής απόφασης,
– τη φύση της συγκεκριμένης πράξης,
– το αν η πράξη είναι αναγκαία ή επωφελής για τον συμπαραστατούμενο.
Μια αίτηση για δικαστική άδεια δεν πρέπει να περιορίζεται στην αναφορά ότι «η οικογένεια χρειάζεται τα χρήματα». Πρέπει να εξηγεί γιατί η πράξη εξυπηρετεί το συγκεκριμένο πρόσωπο, ποια ανάγκη καλύπτει και γιατί δεν υπάρχει ηπιότερη λύση.
Τι γίνεται με συντάξεις, επιδόματα και δημόσιες υπηρεσίες;
Ο δικαστικός συμπαραστάτης μπορεί να εκπροσωπεί τον συμπαραστατούμενο ενώπιον δημόσιων υπηρεσιών μόνο στο μέτρο που αυτό προκύπτει από τον νόμο και από τη δικαστική απόφαση.
Στην πράξη, μπορεί να χρειάζεται να διεκπεραιωθούν:
– αιτήσεις για συντάξεις ή προνοιακές παροχές,
– διαδικασίες στον e-ΕΦΚΑ ή στην ΑΑΔΕ,
– ζητήματα πιστοποίησης αναπηρίας,
– αιτήσεις σε δήμους ή άλλους δημόσιους φορείς,
– θέματα υγειονομικής περίθαλψης,
– έκδοση εγγράφων ή πιστοποιητικών.
Οι υπηρεσίες μπορεί να ζητούν αντίγραφο της δικαστικής απόφασης, πιστοποιητικό τελεσιδικίας ή άλλα νομιμοποιητικά έγγραφα. Για αυτό είναι σημαντικό το αίτημα προς το δικαστήριο να περιγράφει με σαφήνεια τις πράξεις για τις οποίες είναι αναγκαία η εκπροσώπηση.
Δεν αρκεί μια γενική αναφορά ότι ο συμπαραστάτης θα «εκπροσωπεί τον συμπαραστατούμενο σε κάθε υπόθεση», ιδίως όταν ζητούνται εξουσίες που περιορίζουν σημαντικά την αυτονομία του.
Πρέπει το πρόσωπο να εμφανιστεί στο δικαστήριο;
Η δικαστική συμπαράσταση αφορά άμεσα το ίδιο το πρόσωπο. Για τον λόγο αυτό το δικαστήριο επιδιώκει να σχηματίσει προσωπική εικόνα για την κατάσταση, τις ανάγκες και τη βούλησή του.
Η προσωπική επικοινωνία του δικαστή με τον συμπαραστατέο δεν σημαίνει υποχρεωτικά ότι το πρόσωπο πρέπει να μεταβεί στο δικαστικό κατάστημα. Αν η μετακίνηση είναι αδύνατη ή σοβαρά επιβαρυντική, η επικοινωνία μπορεί να πραγματοποιηθεί στον χώρο διαμονής του ή με άλλο πρόσφορο τρόπο.
Η αδυναμία μετακίνησης, όμως, πρέπει να τεκμηριώνεται. Συνήθως απαιτούνται πρόσφατα και σαφή ιατρικά στοιχεία που εξηγούν:
– την κατάσταση υγείας,
– τη δυνατότητα επικοινωνίας,
– τη δυνατότητα μετακίνησης,
– τους κινδύνους ή την επιβάρυνση που θα προκαλούσε η παρουσία στο δικαστήριο.
Η πραγματογνωμοσύνη δεν είναι σε κάθε περίπτωση αυτόματη ή υποχρεωτική. Το δικαστήριο αξιολογεί τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και μπορεί να διατάξει τα κατάλληλα αποδεικτικά μέτρα, όταν τα θεωρεί αναγκαία.
Ποιος διορίζεται δικαστικός συμπαραστάτης;
Το δικαστήριο δεν διορίζει αυτομάτως τον πλησιέστερο συγγενή.
Κατά την επιλογή συνεκτιμώνται, μεταξύ άλλων:
– η επιθυμία του ίδιου του προσώπου,
– η σχέση του με τον προτεινόμενο συμπαραστάτη,
– η πρακτική δυνατότητα του προτεινόμενου προσώπου να ασκήσει τα καθήκοντά του,
– η καταλληλότητα και η αξιοπιστία του,
– τυχόν σύγκρουση συμφερόντων,
– η ανάγκη προστασίας τόσο του προσώπου όσο και της περιουσίας του.
Όλες οι πράξεις του δικαστικού συμπαραστάτη πρέπει να υπηρετούν το συμφέρον του συμπαραστατούμενου. Ο συμπαραστάτης δεν ενεργεί για να εξυπηρετήσει δικές του οικονομικές ή οικογενειακές επιδιώξεις.
Στις περιπτώσεις στερητικής δικαστικής συμπαράστασης μπορεί να διοριστεί και εποπτικό συμβούλιο, το οποίο παρακολουθεί τη λειτουργία της συμπαράστασης και την άσκηση των καθηκόντων του δικαστικού συμπαραστάτη.
Πώς ξεκινά η διαδικασία;
Η αίτηση υποβάλλεται στο **Μονομελές Πρωτοδικείο της συνήθους διαμονής** του προσώπου, σύμφωνα με το άρθρο 801 ΚΠολΔ, και εκδικάζεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.
Ανάλογα με την περίπτωση, αίτηση μπορούν να υποβάλουν το ίδιο το πρόσωπο, ο σύζυγος υπό τις προϋποθέσεις του νόμου, οι γονείς, τα τέκνα ή ο εισαγγελέας. Η συγγενική σχέση από μόνη της, ιδίως όταν πρόκειται για άλλο συγγενή, δεν αρκεί πάντοτε για την άσκηση της αίτησης.
Η διαδικασία απαιτεί συνήθως:
– ιατρικές γνωματεύσεις,
– στοιχεία για την καθημερινή λειτουργικότητα του προσώπου,
– στοιχεία για την περιουσία και τις οικονομικές του ανάγκες,
– πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης,
– πρόταση για το πρόσωπο του δικαστικού συμπαραστάτη,
– σαφή περιγραφή των πράξεων για τις οποίες ζητείται περιορισμός ή εκπροσώπηση.
Όσο πιο συγκεκριμένη είναι η αίτηση, τόσο ευκολότερο είναι για το δικαστήριο να διαμορφώσει ένα μέτρο που ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες, χωρίς υπέρμετρους περιορισμούς.
Τι πρέπει να προετοιμάσει η οικογένεια;
Πριν από την κατάθεση της αίτησης είναι χρήσιμο να συγκεντρωθούν:
– πρόσφατες ιατρικές γνωματεύσεις,
– πιστοποιήσεις αναπηρίας, όπου υπάρχουν,
– στοιχεία οικογενειακής κατάστασης,
– στοιχεία για συντάξεις, επιδόματα και εισοδήματα,
– πληροφορίες για τραπεζικούς λογαριασμούς,
– στοιχεία για ακίνητα ή άλλες περιουσιακές σχέσεις,
– τυχόν προηγούμενα πληρεξούσια,
– έγγραφα από δημόσιες υπηρεσίες ή τράπεζες,
– συγκεκριμένος κατάλογος των πράξεων που πρέπει να γίνουν.
Δεν ενδιαφέρει μόνο η διάγνωση. Εξίσου σημαντικό είναι να αποδειχθεί πώς η κατάσταση υγείας επηρεάζει την καθημερινή ζωή και ποιες συγκεκριμένες πράξεις δεν μπορεί πλέον να πραγματοποιήσει με ασφάλεια το πρόσωπο.
Η δικαστική συμπαράσταση πρέπει να σχεδιάζεται για τον συγκεκριμένο άνθρωπο
Η δικαστική συμπαράσταση δεν πρέπει να ζητείται με ένα γενικό και τυποποιημένο αίτημα «για όλες τις υποθέσεις».
Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να χρειάζεται πλήρης στερητική συμπαράσταση. Σε άλλες, αρκεί η επικουρική συμπαράσταση ή η ανάθεση συγκεκριμένων οικονομικών και διοικητικών ενεργειών στον δικαστικό συμπαραστάτη.
Το ζητούμενο είναι να προστατευθεί ο άνθρωπος χωρίς να περιοριστεί περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο η προσωπική του αυτονομία.
Η σωστή προετοιμασία απαιτεί να εξεταστούν όχι μόνο η ιατρική κατάσταση, αλλά και:
– τι μπορεί να κάνει μόνος του,
– σε ποιες αποφάσεις χρειάζεται βοήθεια,
– ποια περιουσία διαθέτει,
– ποιες πράξεις πρέπει να γίνουν άμεσα,
– ποιος μπορεί να τον εκπροσωπήσει χωρίς σύγκρουση συμφερόντων,
– ποια μορφή δικαστικής προστασίας είναι πραγματικά αναγκαία.
Το δικηγορικό μας γραφείο
Το δικηγορικό μας γραφείο αναλαμβάνει υποθέσεις δικαστικής συμπαράστασης, από την αρχική αξιολόγηση της κατάστασης έως την κατάθεση και εκδίκαση της αίτησης.
Η προετοιμασία περιλαμβάνει, ανάλογα με την περίπτωση:
– αξιολόγηση του κατάλληλου είδους συμπαράστασης,
– συγκέντρωση και οργάνωση του ιατρικού και αποδεικτικού υλικού,
– αίτημα διορισμού προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη,
– προσδιορισμό των συγκεκριμένων εξουσιών που χρειάζονται,
– υποστήριξη σε ζητήματα τραπεζών, παροχών, ακινήτων και δημόσιων υπηρεσιών,
– διαδικασίες για πράξεις που απαιτούν ειδική δικαστική άδεια.
Η δικαστική συμπαράσταση δεν αφορά απλώς τη διαχείριση μιας περιουσίας. Αφορά πρωτίστως την προστασία ενός ανθρώπου, την αξιοπρέπειά του και την εξασφάλιση της αναγκαίας βοήθειας με τον μικρότερο δυνατό περιορισμό της αυτονομίας του.
