Τα νέα μας

Στρατολογικές υποθέσεις: Ανυποταξία, λιποταξία, αναβολή και απαλλαγή από τη στράτευση

Ένα σημείωμα κατάταξης που δεν αντιμετωπίστηκε εγκαίρως, μία αναβολή που έληξε χωρίς να γίνει αντιληπτό, πολυετής διαμονή στο εξωτερικό ή ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας μπορούν να δημιουργήσουν μία στρατολογική εκκρεμότητα που δεν είναι πάντοτε εύκολο να τακτοποιηθεί.

Συχνά ο ενδιαφερόμενος απευθύνεται σε δικηγόρο όταν το πρόβλημα έχει ήδη προχωρήσει: έχει κηρυχθεί ανυπότακτος, έχει επιβληθεί διοικητικό πρόστιμο, υπάρχει ποινική διαδικασία ή χρειάζεται να επιστρέψει στην Ελλάδα και δεν γνωρίζει ποιες συνέπειες μπορεί να αντιμετωπίσει.

Στις περιπτώσεις αυτές το πρώτο βήμα δεν είναι να κατατεθεί βιαστικά μία αίτηση. Πρέπει πρώτα να εξακριβωθεί με ακρίβεια η στρατολογική κατάσταση του ενδιαφερομένου και να διαπιστωθεί ποια διαδικασία προβλέπεται για τη συγκεκριμένη περίπτωση.

Αναβολή, απαλλαγή, ανυποταξία και λιποταξία δεν είναι το ίδιο

Οι όροι αυτοί χρησιμοποιούνται συχνά σαν να περιγράφουν περίπου την ίδια κατάσταση. Νομικά όμως πρόκειται για εντελώς διαφορετικές περιπτώσεις.

Η αναβολή κατάταξης μεταθέτει νόμιμα την υποχρέωση κατάταξης για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και για λόγο που αναγνωρίζει η νομοθεσία.

Η απαλλαγή έχει διαφορετικό αποτέλεσμα: εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις και ολοκληρωθεί η προβλεπόμενη διαδικασία, το πρόσωπο απαλλάσσεται από την υποχρέωση εκπλήρωσης στρατιωτικής υπηρεσίας.

Η ανυποταξία αφορά εκείνον που, ενώ υποχρεούται να καταταγεί και δεν βρίσκεται νόμιμα εκτός Ενόπλων Δυνάμεων, δεν παρουσιάζεται κατά την οφειλόμενη ημερομηνία.

Η λιποταξία, αντίθετα, προϋποθέτει ότι το πρόσωπο έχει ήδη στρατιωτική ιδιότητα και απομακρύνεται ή απουσιάζει από την υπηρεσία του υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει η στρατιωτική νομοθεσία.

Η διάκριση είναι ουσιώδης, γιατί διαφορετικές είναι οι συνέπειες και διαφορετικός ο τρόπος αντιμετώπισης κάθε περίπτωσης.

Πότε μπορεί να δοθεί αναβολή στράτευσης;

Η νομοθεσία προβλέπει περισσότερες από μία κατηγορίες αναβολής και δεν υπάρχει μία ενιαία διαδικασία που εφαρμόζεται σε όλους.

Ανάλογα με την περίπτωση, μπορεί να τίθεται ζήτημα αναβολής λόγω σπουδών ή συμμετοχής σε διαδικασία εισαγωγής σε σχολή, για λόγους υγείας, λόγω νοσηλείας, για κοινωνικούς λόγους ή για άλλες ειδικές περιπτώσεις που προβλέπει η στρατολογική νομοθεσία.

Για παράδειγμα, η ισχύουσα διαδικασία προβλέπει δυνατότητα αναβολής για υποψήφιους σπουδαστές σχολών εσωτερικού ή εξωτερικού, εφόσον πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις. Αντίστοιχα, υπάρχει ειδική διαδικασία όταν ο στρατεύσιμος νοσηλεύεται κατά τον χρόνο κατά τον οποίο υποχρεούται να καταταγεί.

Το κρίσιμο όμως είναι ο χρόνος.

Το ότι κάποιος έχει πράγματι έναν λόγο που θα μπορούσε να δικαιολογήσει αναβολή δεν σημαίνει ότι μπορεί να αγνοήσει το σημείωμα κατάταξης και να ασχοληθεί με το ζήτημα μήνες αργότερα. Κάθε κατηγορία έχει τις δικές της προϋποθέσεις, προθεσμίες και δικαιολογητικά.

Γι’ αυτό η αναβολή πρέπει να εξετάζεται πριν από την ημερομηνία κατάταξης και όχι όταν έχει ήδη δημιουργηθεί ανυποταξία.

Αναβολή και απαλλαγή για λόγους υγείας

Ιδιαίτερη κατηγορία αποτελούν οι περιπτώσεις στις οποίες υπάρχει σωματικό ή ψυχικό πρόβλημα υγείας.

Εδώ χρειάζεται μία βασική διευκρίνιση: η ύπαρξη μιας διάγνωσης από μόνη της δεν σημαίνει αυτομάτως απαλλαγή από τη στράτευση.

Η κρίση για τη σωματική ικανότητα γίνεται μέσα από την προβλεπόμενη στρατιωτική υγειονομική διαδικασία και από τα αρμόδια όργανα.

Ο ιατρικός φάκελος έχει, επομένως, ουσιαστική σημασία. Πρέπει να αποτυπώνει πραγματικά την κατάσταση του ενδιαφερομένου, το ιστορικό, τη θεραπεία και τη λειτουργική επίδραση του προβλήματος, χωρίς υπερβολές αλλά και χωρίς ελλείψεις.

Υπάρχουν επίσης ειδικές περιπτώσεις απαλλαγής που δεν πρέπει να συγχέονται με τη συνήθη υγειονομική κρίση. Για παράδειγμα, η σημερινή διοικητική διαδικασία προβλέπει απαλλαγή για άτομα με αναπηρία εφ’ όρου ζωής τουλάχιστον 67% και, υπό τις ειδικότερες προϋποθέσεις της διαδικασίας, για πρόσωπα με διάγνωση αυτισμού και αντίστοιχο ποσοστό αναπηρίας.

Τι συμβαίνει όταν κάποιος δεν παρουσιαστεί;

Αυτό είναι το σημείο στο οποίο αρκετές υποθέσεις γίνονται σοβαρότερες.

Η μη εμφάνιση για κατάταξη δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται με τη λογική «δεν πήγα στον στρατό, άρα κάποια στιγμή θα το τακτοποιήσω».

Η ανυποταξία έχει τόσο στρατολογικές όσο και ποινικές και διοικητικές συνέπειες.

Με το ισχύον πλαίσιο, η Στρατολογική Υπηρεσία προβαίνει στην κήρυξη σε ανυποταξία όσων δεν κατατάχθηκαν όταν όφειλαν, ενώ προβλέπονται επίσης συγκεκριμένες στερήσεις και περιορισμοί για όσο διαρκεί η κατάσταση της ανυποταξίας.

Επομένως, όταν κάποιος πληροφορείται ότι βρίσκεται σε ανυποταξία, πρέπει να ελεγχθούν τουλάχιστον τρία διαφορετικά ζητήματα:

η ίδια η στρατολογική του κατάσταση, οι διοικητικές συνέπειες που έχουν επιβληθεί και τυχόν ποινική διαδικασία που έχει κινηθεί.

Δεν είναι πάντοτε ένα ενιαίο πρόβλημα που λύνεται με μία μόνο αίτηση.

Ανυποταξία εξωτερικού: μία ιδιαίτερα συχνή περίπτωση

Μεγάλο μέρος των στρατολογικών υποθέσεων αφορά Έλληνες που εγκαταστάθηκαν στο εξωτερικό.

Κάποιος μπορεί να έφυγε από την Ελλάδα σε μικρή ηλικία, να σπούδασε και να εργάστηκε στο εξωτερικό, να απέκτησε οικογένεια εκεί και να διαπιστώσει χρόνια αργότερα ότι στην Ελλάδα υπάρχει στρατολογική εκκρεμότητα.

Στις περιπτώσεις αυτές χρειάζεται να εξεταστεί προσεκτικά ολόκληρο το ιστορικό διαμονής του:

πότε εγκαταστάθηκε στο εξωτερικό, πού είχε την πραγματική του κατοικία, αν και πότε εργάστηκε εκεί, ποιες αναβολές είχε λάβει, πότε αυτές έληξαν και ποια ακριβώς είναι σήμερα η στρατολογική του κατάσταση.

Ιδιαίτερη σημασία μπορεί να έχει και το εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις ειδικού στρατολογικού καθεστώτος λόγω μόνιμης κατοικίας στο εξωτερικό. Αυτό όμως δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένο απλώς επειδή κάποιος «ζει χρόνια στη Γερμανία ή στην Αυστραλία». Χρειάζεται συγκεκριμένη τεκμηρίωση και έλεγχος των χρονικών και ουσιαστικών προϋποθέσεων.

Τι είναι η λιποταξία;

Η λιποταξία είναι διαφορετικό ζήτημα και συνδέεται με πρόσωπο που έχει ήδη στρατιωτική ιδιότητα.

Το ισχύον διοικητικό πλαίσιο προβλέπει για τους λιποτάκτες τόσο τις ποινικές συνέπειες του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα όσο και διοικητικές συνέπειες. Μετά τις αλλαγές του 2026 προβλέπεται, μεταξύ άλλων, χρηματικό πρόστιμο ανά μήνα λιποταξίας μέχρι το προβλεπόμενο ανώτατο όριο.

Γι’ αυτό μία υπόθεση λιποταξίας δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μία απλή στρατολογική αίτηση. Απαιτεί παράλληλο έλεγχο της στρατολογικής και της ποινικής διάστασης της υπόθεσης.

Μπορεί κάποιος που είναι ήδη ανυπότακτος να ζητήσει αναβολή ή απαλλαγή;

Εδώ χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή.

Δεν ισχύει ένας γενικός κανόνας ότι «αν είσαι ανυπότακτος δεν μπορείς να κάνεις τίποτε», αλλά ούτε και ότι κάθε μεταγενέστερη αναβολή εξαφανίζει αυτομάτως ό,τι έχει προηγηθεί.

Το ισχύον πλαίσιο προβλέπει συγκεκριμένους περιορισμούς ως προς ορισμένες αναβολές για λόγους που δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια της ανυποταξίας.

Αντίστοιχα, σε ορισμένες διαδικασίες απαλλαγής έχει σημασία εάν οι σχετικές προϋποθέσεις υπήρχαν ήδη κατά την ημερομηνία κατά την οποία το πρόσωπο όφειλε να καταταγεί. Για παράδειγμα, αυτό επισημαίνεται ρητά στη διαδικασία απαλλαγής λόγω αναπηρίας.

Επομένως, πρώτα ανασυντίθεται χρονικά η υπόθεση και μετά αποφασίζεται ποια διαδικασία μπορεί πράγματι να ακολουθηθεί.

Η απαλλαγή δεν αφορά μόνο λόγους υγείας

Αυτό επίσης δεν είναι ευρέως γνωστό.

Η στρατολογική νομοθεσία προβλέπει ειδικές κατηγορίες απαλλαγής που συνδέονται με συγκεκριμένη οικογενειακή ή προσωπική κατάσταση.

Σήμερα, για παράδειγμα, προβλέπεται ειδική διαδικασία απαλλαγής για πατέρα τριών ή περισσότερων ζώντων τέκνων, καθώς και για πατέρα που ασκεί αποκλειστικά την επιμέλεια ή τη γονική μέριμνα ανήλικου τέκνου, εφόσον βέβαια πληρούνται οι ειδικότερες νόμιμες προϋποθέσεις.

Αυτός είναι και ο λόγος που δύο φαινομενικά παρόμοιες στρατολογικές υποθέσεις μπορεί να έχουν εντελώς διαφορετική λύση.

Τι πρέπει να γίνει όταν υπάρχει ήδη στρατολογική εκκρεμότητα;

Το πρώτο βήμα είναι να σταματήσουν οι υποθέσεις.

Δεν αρκεί ο ενδιαφερόμενος να θυμάται ότι «είχα κάποτε αναβολή μέχρι τα 28» ή ότι «μου είχαν πει πως επειδή μένω στο εξωτερικό δεν έχω πρόβλημα».

Χρειάζεται να εξακριβωθούν επίσημα:

η τρέχουσα στρατολογική κατάσταση, η ημερομηνία κατά την οποία υπήρχε υποχρέωση κατάταξης, οι αναβολές που έχουν χορηγηθεί, τυχόν κήρυξη σε ανυποταξία ή λιποταξία, διοικητικά πρόστιμα και ενδεχόμενη ποινική εκκρεμότητα.

Μόνο τότε μπορεί να σχεδιαστεί ασφαλής τρόπος τακτοποίησης.

Ένα συνηθισμένο παράδειγμα

Ένας Έλληνας που ζει επί σειρά ετών στο εξωτερικό θεωρεί ότι δεν έχει άμεση στρατολογική υποχρέωση. Κάποια στιγμή χρειάζεται να επιστρέψει στην Ελλάδα για οικογενειακούς ή επαγγελματικούς λόγους και τότε διαπιστώνει ότι παλαιότερη αναβολή του έχει λήξει και ότι έχει δημιουργηθεί στρατολογική εκκρεμότητα.

Σε μία τέτοια περίπτωση το σωστό ερώτημα δεν είναι απλώς «πώς παίρνω απαλλαγή;».

Πρέπει πρώτα να ελεγχθεί τι ακριβώς συνέβη από τη λήξη της αναβολής μέχρι σήμερα, ποια ήταν η κατοικία και η κατάσταση του ενδιαφερομένου σε κάθε χρονική περίοδο και αν υπάρχει νόμιμη βάση για μεταβολή ή τακτοποίηση της στρατολογικής του κατάστασης.

Μία λανθασμένη κίνηση πριν από αυτόν τον έλεγχο μπορεί να δυσχεράνει αντί να λύσει το πρόβλημα.

Πότε χρειάζεται δικηγόρος;

Για μία απλή αίτηση αναβολής που υποβάλλεται εμπρόθεσμα και χωρίς κανένα ιδιαίτερο ζήτημα, ο πολίτης μπορεί σε πολλές περιπτώσεις να εξυπηρετηθεί απευθείας μέσω των διαθέσιμων διοικητικών διαδικασιών.

Η νομική συνδρομή αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν όμως υπάρχει ήδη ανυποταξία ή λιποταξία, διοικητικό πρόστιμο, ποινική δίωξη, αμφισβήτηση της στρατολογικής κατάστασης, πολυετής διαμονή στο εξωτερικό, πρόβλημα με παλαιές αναβολές ή σύνθετο ζήτημα απαλλαγής.

Σε αυτές τις περιπτώσεις χρειάζεται συνολική αντιμετώπιση και όχι αποσπασματικές αιτήσεις σε διαφορετικές υπηρεσίες.

Η έγκαιρη αντιμετώπιση κάνει τη διαφορά

Στις στρατολογικές υποθέσεις ο χρόνος έχει ιδιαίτερη σημασία.

Άλλες δυνατότητες υπάρχουν πριν από την ημερομηνία κατάταξης και άλλες όταν έχει ήδη δημιουργηθεί ανυποταξία. Άλλα δικαιολογητικά απαιτούνται για μία αναβολή και άλλα για μία απαλλαγή. Διαφορετική αντιμετώπιση απαιτεί ο κάτοικος Ελλάδας και διαφορετική μπορεί να χρειάζεται ο Έλληνας που έχει εγκατασταθεί μόνιμα στο εξωτερικό.

Γι’ αυτό η ασφαλέστερη αντιμετώπιση είναι να ελέγχεται η στρατολογική κατάσταση πριν από οποιαδήποτε ενέργεια και, ιδίως, πριν αφεθεί να παρέλθει η ημερομηνία κατάταξης.

Νομική υποστήριξη σε στρατολογικές υποθέσεις

Το δικηγορικό μας γραφείο παρέχει νομική υποστήριξη σε ζητήματα στρατολογικής κατάστασης, αναβολών και απαλλαγών, καθώς και σε υποθέσεις ανυποταξίας και λιποταξίας.

Αναλαμβάνεται ο έλεγχος της στρατολογικής κατάστασης και των σχετικών εγγράφων, η επικοινωνία και εκπροσώπηση ενώπιον των αρμόδιων υπηρεσιών όπου αυτό επιτρέπεται, η προετοιμασία των απαιτούμενων αιτημάτων και δικαιολογητικών και, όταν υπάρχει ποινική διάσταση, η δικαστική αντιμετώπιση της υπόθεσης.

Ιδιαίτερη σημασία δίνεται στις υποθέσεις Ελλήνων κατοίκων εξωτερικού, όπου η στρατολογική εκκρεμότητα συχνά συνδέεται με γεγονότα πολλών ετών και απαιτεί προηγουμένως πλήρη έλεγχο του ιστορικού διαμονής, των αναβολών και της στρατολογικής κατάστασης του ενδιαφερομένου.

Κάθε υπόθεση είναι διαφορετική. Στόχος δεν είναι απλώς η διεκπεραίωση μιας αίτησης, αλλά η επιλογή της νόμιμης διαδικασίας που ανταποκρίνεται στην πραγματική κατάσταση του συγκεκριμένου προσώπου.

Δικαστική συμπαράσταση στην πράξη: ποιος διαχειρίζεται τις υποθέσεις ενός ανθρώπου που δεν μπορεί πλέον να ενεργεί μόνος του;

Η ανάγκη για δικαστική συμπαράσταση συνήθως δεν εμφανίζεται ως θεωρητικό νομικό ζήτημα. Προκύπτει μέσα στην καθημερινότητα μιας οικογένειας.

Ένας ηλικιωμένος άνθρωπος μπορεί να έχει πλέον σημαντική έκπτωση της μνήμης και της κρίσης του. Ένα ενήλικο άτομο με σοβαρή αναπηρία μπορεί να χρειάζεται βοήθεια στη διαχείριση των οικονομικών και προσωπικών του υποθέσεων. Μετά από ένα σοβαρό εγκεφαλικό επεισόδιο ή εξαιτίας μιας άλλης κατάστασης υγείας, μπορεί να γίνει δύσκολη ή αδύνατη η διεκπεραίωση ακόμη και απλών συναλλαγών.

Τότε προκύπτουν πρακτικά ερωτήματα:

– Ποιος μπορεί να διαχειριστεί έναν τραπεζικό λογαριασμό;

– Ποιος μπορεί να υπογράψει μια σύμβαση;

– Ποιος μπορεί να εκπροσωπήσει το πρόσωπο ενώπιον μιας δημόσιας υπηρεσίας;

– Ποιος μπορεί να φροντίσει ένα ακίνητο ή να ζητήσει την εκποίησή του;

– Τι γίνεται όταν υπάρχει επείγουσα ανάγκη και δεν μπορεί να αναμένεται η έκδοση της οριστικής δικαστικής απόφασης;

Η συγγενική σχέση από μόνη της δεν παρέχει γενική εξουσία εκπροσώπησης. Το γεγονός ότι κάποιος είναι σύζυγος, παιδί ή άλλος συγγενής δεν σημαίνει ότι μπορεί αυτομάτως να υπογράφει ή να διαχειρίζεται την περιουσία ενός άλλου ενήλικου προσώπου.

Σε αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να απαιτείται η δικαστική συμπαράσταση.

 Τι είναι η δικαστική συμπαράσταση;

Σύμφωνα με το άρθρο 1666 ΑΚ, σε δικαστική συμπαράσταση μπορεί να υποβληθεί ενήλικο πρόσωπο όταν, εξαιτίας ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής ή σωματικής αναπηρίας, αδυνατεί εν όλω ή εν μέρει να φροντίζει μόνο του τις υποθέσεις του.

Δεν αρκεί, επομένως, η ύπαρξη μιας διάγνωσης ή ενός ποσοστού αναπηρίας. Πρέπει να εξετάζεται ο τρόπος με τον οποίο η συγκεκριμένη κατάσταση επηρεάζει στην πράξη την ικανότητα του ανθρώπου να λαμβάνει αποφάσεις, να συνάπτει δικαιοπραξίες και να διαχειρίζεται τις υποθέσεις του.

Η δικαστική συμπαράσταση δεν αποσκοπεί στην τιμωρία ή στον αποκλεισμό του προσώπου. Είναι ένας θεσμός προστασίας, ο οποίος πρέπει να προσαρμόζεται στις πραγματικές ανάγκες του.

Δεν είναι ένα μέτρο «όλα ή τίποτα»

Η δικαστική συμπαράσταση μπορεί να λάβει διαφορετικές μορφές.

Το δικαστήριο μπορεί:

– να κηρύξει το πρόσωπο ανίκανο για όλες ή για ορισμένες δικαιοπραξίες,

– να απαιτήσει τη συναίνεση του δικαστικού συμπαραστάτη για όλες ή για ορισμένες πράξεις,

– να συνδυάσει τη στερητική και την επικουρική δικαστική συμπαράσταση,

– να αναθέσει στον δικαστικό συμπαραστάτη συγκεκριμένους τομείς διαχείρισης, χωρίς να περιορίσει συνολικά την αυτονομία του προσώπου.

Η στερητική δικαστική συμπαράσταση σημαίνει ότι, για τις πράξεις που προσδιορίζει η δικαστική απόφαση, ενεργεί ο δικαστικός συμπαραστάτης στο όνομα και για λογαριασμό του συμπαραστατούμενου.

Η επικουρική δικαστική συμπαράσταση σημαίνει ότι το ίδιο το πρόσωπο μπορεί να επιχειρεί τις πράξεις, αλλά απαιτείται η συναίνεση του δικαστικού συμπαραστάτη για την ισχύ τους.

Το δικαστήριο μπορεί επίσης να περιορίσει τη συμπαράσταση σε συγκεκριμένους τομείς, όπως:

– η διαχείριση τραπεζικών λογαριασμών,

– η είσπραξη εισοδημάτων ή παροχών,

– η σύναψη σημαντικών συμβάσεων,

– η διαχείριση ακινήτων,

– η εκπροσώπηση ενώπιον δημόσιων υπηρεσιών,

– η διεξαγωγή συγκεκριμένων δικαστικών ενεργειών.

Το άρθρο 1676 ΑΚ προβλέπει ρητά ότι το δικαστήριο οφείλει να επιβάλλει τους ελάχιστους δυνατούς περιορισμούς που απαιτεί το συμφέρον του συμπαραστατούμενου.

Τι γίνεται όταν υπάρχει επείγον ζήτημα;

Η διαδικασία για την οριστική δικαστική συμπαράσταση δεν ολοκληρώνεται πάντοτε άμεσα. Στο μεταξύ, όμως, μπορεί να υπάρχει ανάγκη να προστατευθεί η περιουσία ή η υγεία του προσώπου.

Για τον λόγο αυτό μπορεί να διοριστεί προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης, σύμφωνα με το άρθρο 1672 ΑΚ. Ο διορισμός μπορεί να ζητηθεί πριν ή μετά την έναρξη της κύριας διαδικασίας.

Ο προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης δεν αποκτά απεριόριστη εξουσία. Η αρμοδιότητά του συνδέεται με τα αναγκαία μέτρα για την αποτροπή σοβαρού κινδύνου για το πρόσωπο ή την περιουσία του συμπαραστατέου.

Ανάλογα με την περίπτωση, μπορεί να χρειάζεται να:

– πληρωθούν επείγουσες υποχρεώσεις,

– προστατευθεί ένα ακίνητο ή άλλο περιουσιακό στοιχείο,

– διευθετηθούν άμεσα τραπεζικά ή ασφαλιστικά ζητήματα,

– υποβληθούν αιτήσεις για παροχές ή συντάξεις,

– ληφθούν αποφάσεις για νοσηλεία ή άλλη αναγκαία φροντίδα.

Σε επείγουσες περιπτώσεις μπορεί να ζητηθεί και προσωρινή διαταγή, με την οποία ρυθμίζεται άμεσα η προστασία μέχρι την περαιτέρω εξέλιξη της διαδικασίας.

Τι ισχύει για τους τραπεζικούς λογαριασμούς;

Η καθημερινή φροντίδα ενός ηλικιωμένου γονέα δεν αρκεί για να αποκτήσει το παιδί του δικαίωμα διαχείρισης του ατομικού τραπεζικού λογαριασμού του.

Πρέπει να υπάρχει νόμιμη βάση εκπροσώπησης. Αυτή μπορεί, ανάλογα με την περίπτωση, να προκύπτει από:

– έγκυρο πληρεξούσιο,

– κοινό τραπεζικό λογαριασμό,

– δικαστική απόφαση που παρέχει σχετική εξουσία στον δικαστικό συμπαραστάτη,

– άλλη ειδική νόμιμη ρύθμιση.

Εάν το πληρεξούσιο είχε δοθεί πριν από την ουσιώδη επιδείνωση της κατάστασης του προσώπου, πρέπει να εξετάζονται το περιεχόμενο, η ισχύς και τα πραγματικά περιστατικά της συγκεκριμένης περίπτωσης.

Ο διορισμός δικαστικού συμπαραστάτη δεν σημαίνει ότι αποκτάται ανεξέλεγκτη πρόσβαση σε όλα τα χρήματα ή σε κάθε περιουσιακό στοιχείο. Η εξουσία του καθορίζεται από τον νόμο και, κυρίως, από το διατακτικό της δικαστικής απόφασης.

Η νομολογία έχει δεχθεί ότι, σε περίπτωση κοινού τραπεζικού λογαριασμού, η θέση ενός συνδικαιούχου σε δικαστική συμπαράσταση δεν οδηγεί αυτομάτως στη λύση ή στην αδρανοποίηση του λογαριασμού. Η διαχείριση, όμως, πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τα όρια της δικαστικής απόφασης και προς το συμφέρον του συμπαραστατούμενου ([ΑΠ 977/2025]

Μπορεί ο δικαστικός συμπαραστάτης να πουλήσει ακίνητο;

Όχι χωρίς περιορισμούς.

Ο δικαστικός συμπαραστάτης μπορεί να διαχειρίζεται τις υποθέσεις που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά του, αλλά οι σημαντικές πράξεις διάθεσης περιουσίας υπόκεινται στις ειδικές εγγυήσεις που προβλέπει ο νόμος για την επιτροπεία και τη δικαστική συμπαράσταση.

Επομένως, για την πώληση ακινήτου ή για άλλη σοβαρή πράξη επί της περιουσίας μπορεί να απαιτείται προηγούμενη δικαστική άδεια. Το αν απαιτείται άδεια και ποια διαδικασία πρέπει να ακολουθηθεί εξαρτάται από:

– το είδος της δικαστικής συμπαράστασης,

– το περιεχόμενο της δικαστικής απόφασης,

– τη φύση της συγκεκριμένης πράξης,

– το αν η πράξη είναι αναγκαία ή επωφελής για τον συμπαραστατούμενο.

Μια αίτηση για δικαστική άδεια δεν πρέπει να περιορίζεται στην αναφορά ότι «η οικογένεια χρειάζεται τα χρήματα». Πρέπει να εξηγεί γιατί η πράξη εξυπηρετεί το συγκεκριμένο πρόσωπο, ποια ανάγκη καλύπτει και γιατί δεν υπάρχει ηπιότερη λύση.

Τι γίνεται με συντάξεις, επιδόματα και δημόσιες υπηρεσίες;

Ο δικαστικός συμπαραστάτης μπορεί να εκπροσωπεί τον συμπαραστατούμενο ενώπιον δημόσιων υπηρεσιών μόνο στο μέτρο που αυτό προκύπτει από τον νόμο και από τη δικαστική απόφαση.

Στην πράξη, μπορεί να χρειάζεται να διεκπεραιωθούν:

– αιτήσεις για συντάξεις ή προνοιακές παροχές,

– διαδικασίες στον e-ΕΦΚΑ ή στην ΑΑΔΕ,

– ζητήματα πιστοποίησης αναπηρίας,

– αιτήσεις σε δήμους ή άλλους δημόσιους φορείς,

– θέματα υγειονομικής περίθαλψης,

– έκδοση εγγράφων ή πιστοποιητικών.

Οι υπηρεσίες μπορεί να ζητούν αντίγραφο της δικαστικής απόφασης, πιστοποιητικό τελεσιδικίας ή άλλα νομιμοποιητικά έγγραφα. Για αυτό είναι σημαντικό το αίτημα προς το δικαστήριο να περιγράφει με σαφήνεια τις πράξεις για τις οποίες είναι αναγκαία η εκπροσώπηση.

Δεν αρκεί μια γενική αναφορά ότι ο συμπαραστάτης θα «εκπροσωπεί τον συμπαραστατούμενο σε κάθε υπόθεση», ιδίως όταν ζητούνται εξουσίες που περιορίζουν σημαντικά την αυτονομία του.

Πρέπει το πρόσωπο να εμφανιστεί στο δικαστήριο;

Η δικαστική συμπαράσταση αφορά άμεσα το ίδιο το πρόσωπο. Για τον λόγο αυτό το δικαστήριο επιδιώκει να σχηματίσει προσωπική εικόνα για την κατάσταση, τις ανάγκες και τη βούλησή του.

Η προσωπική επικοινωνία του δικαστή με τον συμπαραστατέο δεν σημαίνει υποχρεωτικά ότι το πρόσωπο πρέπει να μεταβεί στο δικαστικό κατάστημα. Αν η μετακίνηση είναι αδύνατη ή σοβαρά επιβαρυντική, η επικοινωνία μπορεί να πραγματοποιηθεί στον χώρο διαμονής του ή με άλλο πρόσφορο τρόπο.

Η αδυναμία μετακίνησης, όμως, πρέπει να τεκμηριώνεται. Συνήθως απαιτούνται πρόσφατα και σαφή ιατρικά στοιχεία που εξηγούν:

– την κατάσταση υγείας,

– τη δυνατότητα επικοινωνίας,

– τη δυνατότητα μετακίνησης,

– τους κινδύνους ή την επιβάρυνση που θα προκαλούσε η παρουσία στο δικαστήριο.

Η πραγματογνωμοσύνη δεν είναι σε κάθε περίπτωση αυτόματη ή υποχρεωτική. Το δικαστήριο αξιολογεί τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και μπορεί να διατάξει τα κατάλληλα αποδεικτικά μέτρα, όταν τα θεωρεί αναγκαία.

Ποιος διορίζεται δικαστικός συμπαραστάτης;

Το δικαστήριο δεν διορίζει αυτομάτως τον πλησιέστερο συγγενή.

Κατά την επιλογή συνεκτιμώνται, μεταξύ άλλων:

– η επιθυμία του ίδιου του προσώπου,

– η σχέση του με τον προτεινόμενο συμπαραστάτη,

– η πρακτική δυνατότητα του προτεινόμενου προσώπου να ασκήσει τα καθήκοντά του,

– η καταλληλότητα και η αξιοπιστία του,

– τυχόν σύγκρουση συμφερόντων,

– η ανάγκη προστασίας τόσο του προσώπου όσο και της περιουσίας του.

Όλες οι πράξεις του δικαστικού συμπαραστάτη πρέπει να υπηρετούν το συμφέρον του συμπαραστατούμενου. Ο συμπαραστάτης δεν ενεργεί για να εξυπηρετήσει δικές του οικονομικές ή οικογενειακές επιδιώξεις.

Στις περιπτώσεις στερητικής δικαστικής συμπαράστασης μπορεί να διοριστεί και εποπτικό συμβούλιο, το οποίο παρακολουθεί τη λειτουργία της συμπαράστασης και την άσκηση των καθηκόντων του δικαστικού συμπαραστάτη.

Πώς ξεκινά η διαδικασία;

Η αίτηση υποβάλλεται στο **Μονομελές Πρωτοδικείο της συνήθους διαμονής** του προσώπου, σύμφωνα με το άρθρο 801 ΚΠολΔ, και εκδικάζεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.

Ανάλογα με την περίπτωση, αίτηση μπορούν να υποβάλουν το ίδιο το πρόσωπο, ο σύζυγος υπό τις προϋποθέσεις του νόμου, οι γονείς, τα τέκνα ή ο εισαγγελέας. Η συγγενική σχέση από μόνη της, ιδίως όταν πρόκειται για άλλο συγγενή, δεν αρκεί πάντοτε για την άσκηση της αίτησης.

Η διαδικασία απαιτεί συνήθως:

– ιατρικές γνωματεύσεις,

– στοιχεία για την καθημερινή λειτουργικότητα του προσώπου,

– στοιχεία για την περιουσία και τις οικονομικές του ανάγκες,

– πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης,

– πρόταση για το πρόσωπο του δικαστικού συμπαραστάτη,

– σαφή περιγραφή των πράξεων για τις οποίες ζητείται περιορισμός ή εκπροσώπηση.

Όσο πιο συγκεκριμένη είναι η αίτηση, τόσο ευκολότερο είναι για το δικαστήριο να διαμορφώσει ένα μέτρο που ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες, χωρίς υπέρμετρους περιορισμούς.

Τι πρέπει να προετοιμάσει η οικογένεια;

Πριν από την κατάθεση της αίτησης είναι χρήσιμο να συγκεντρωθούν:

– πρόσφατες ιατρικές γνωματεύσεις,

– πιστοποιήσεις αναπηρίας, όπου υπάρχουν,

– στοιχεία οικογενειακής κατάστασης,

– στοιχεία για συντάξεις, επιδόματα και εισοδήματα,

– πληροφορίες για τραπεζικούς λογαριασμούς,

– στοιχεία για ακίνητα ή άλλες περιουσιακές σχέσεις,

– τυχόν προηγούμενα πληρεξούσια,

– έγγραφα από δημόσιες υπηρεσίες ή τράπεζες,

– συγκεκριμένος κατάλογος των πράξεων που πρέπει να γίνουν.

Δεν ενδιαφέρει μόνο η διάγνωση. Εξίσου σημαντικό είναι να αποδειχθεί πώς η κατάσταση υγείας επηρεάζει την καθημερινή ζωή και ποιες συγκεκριμένες πράξεις δεν μπορεί πλέον να πραγματοποιήσει με ασφάλεια το πρόσωπο.

Η δικαστική συμπαράσταση πρέπει να σχεδιάζεται για τον συγκεκριμένο άνθρωπο

Η δικαστική συμπαράσταση δεν πρέπει να ζητείται με ένα γενικό και τυποποιημένο αίτημα «για όλες τις υποθέσεις».

Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να χρειάζεται πλήρης στερητική συμπαράσταση. Σε άλλες, αρκεί η επικουρική συμπαράσταση ή η ανάθεση συγκεκριμένων οικονομικών και διοικητικών ενεργειών στον δικαστικό συμπαραστάτη.

Το ζητούμενο είναι να προστατευθεί ο άνθρωπος χωρίς να περιοριστεί περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο η προσωπική του αυτονομία.

Η σωστή προετοιμασία απαιτεί να εξεταστούν όχι μόνο η ιατρική κατάσταση, αλλά και:

– τι μπορεί να κάνει μόνος του,

– σε ποιες αποφάσεις χρειάζεται βοήθεια,

– ποια περιουσία διαθέτει,

– ποιες πράξεις πρέπει να γίνουν άμεσα,

– ποιος μπορεί να τον εκπροσωπήσει χωρίς σύγκρουση συμφερόντων,

– ποια μορφή δικαστικής προστασίας είναι πραγματικά αναγκαία.

Το δικηγορικό μας γραφείο

Το δικηγορικό μας γραφείο αναλαμβάνει υποθέσεις δικαστικής συμπαράστασης, από την αρχική αξιολόγηση της κατάστασης έως την κατάθεση και εκδίκαση της αίτησης.

Η προετοιμασία περιλαμβάνει, ανάλογα με την περίπτωση:

– αξιολόγηση του κατάλληλου είδους συμπαράστασης,

– συγκέντρωση και οργάνωση του ιατρικού και αποδεικτικού υλικού,

– αίτημα διορισμού προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη,

– προσδιορισμό των συγκεκριμένων εξουσιών που χρειάζονται,

– υποστήριξη σε ζητήματα τραπεζών, παροχών, ακινήτων και δημόσιων υπηρεσιών,

– διαδικασίες για πράξεις που απαιτούν ειδική δικαστική άδεια.

Η δικαστική συμπαράσταση δεν αφορά απλώς τη διαχείριση μιας περιουσίας. Αφορά πρωτίστως την προστασία ενός ανθρώπου, την αξιοπρέπειά του και την εξασφάλιση της αναγκαίας βοήθειας με τον μικρότερο δυνατό περιορισμό της αυτονομίας του.

Όταν ο θάνατος βρίσκει την οικογένεια στο εξωτερικό: Τα 10 συνηθέστερα νομικά προβλήματα στις κληρονομικές υποθέσεις κατοίκων εξωτερικού

Η ελληνική διασπορά αριθμεί εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο. Γερμανία, Αυστραλία, Καναδάς, Ηνωμένες Πολιτείες και πολλές ακόμη χώρες φιλοξενούν οικογένειες που διατηρούν μέχρι σήμερα στενούς δεσμούς με την Ελλάδα. Πολύ συχνά όμως, όταν επέρχεται ο θάνατος ενός συγγενικού προσώπου, οι κληρονόμοι έρχονται αντιμέτωποι με μια πραγματικότητα εντελώς διαφορετική από αυτή που είχαν φανταστεί.

Η αποδοχή μιας κληρονομίας στην Ελλάδα δεν αποτελεί μία απλή υπογραφή σε συμβολαιογραφικό γραφείο. Ιδιαίτερα όταν οι κληρονόμοι κατοικούν μόνιμα στο εξωτερικό, ανακύπτουν συχνά νομικά, φορολογικά και διοικητικά ζητήματα που απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή και σωστό συντονισμό.

Η εμπειρία μας από τη διαχείριση διεθνών κληρονομικών υποθέσεων δείχνει ότι τα προβλήματα επαναλαμβάνονται σχεδόν πάντα. Η έγκαιρη αναγνώρισή τους μπορεί να εξοικονομήσει σημαντικό χρόνο, χρήμα και κυρίως να αποτρέψει πολυετείς δικαστικές διαμάχες.

1. Δεν είναι γνωστό ποια ακριβώς ακίνητα ανήκαν στον θανόντα

Το πρώτο πρόβλημα εμφανίζεται ήδη από το αρχικό στάδιο.

Οι περισσότεροι κληρονόμοι γνωρίζουν μόνο όσα τους είχαν αναφέρει προφορικά οι γονείς ή οι παππούδες τους.

«Υπάρχει ένα χωράφι στο χωριό.»

«Έχουμε ένα σπίτι στην Ελλάδα.»

«Υπήρχε κάποτε ένα οικόπεδο.»

Στην πράξη όμως διαπιστώνεται πολλές φορές ότι:

  • υπάρχουν περισσότερα ακίνητα από όσα γνώριζε η οικογένεια,
  • ορισμένα έχουν ήδη μεταβιβαστεί,
  • άλλα δεν ανήκαν ποτέ στον θανόντα,
  • ενώ για κάποια δεν υπάρχουν καθόλου τίτλοι.

Γι’ αυτό ο πλήρης έλεγχος προηγείται οποιασδήποτε αποδοχής.


2. Δεν υπάρχουν συμβόλαια

Σε πολλές οικογένειες τα συμβόλαια έχουν χαθεί εδώ και δεκαετίες.

Άλλοτε δεν γνωρίζει κανείς σε ποιον συμβολαιογράφο είχαν συνταχθεί και άλλοτε δεν είναι σαφές εάν μεταγράφηκαν ποτέ.

Η αναζήτηση των τίτλων απαιτεί έρευνα σε:

  • Υποθηκοφυλακεία,
  • Κτηματολογικά Γραφεία,
  • συμβολαιογράφους,
  • αρχεία μεταγραφών,
  • παλαιές δικαστικές αποφάσεις.

3. Το Κτηματολόγιο εμφανίζει διαφορετική εικόνα

Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου:

  • το ακίνητο εμφανίζεται ως Αγνώστου Ιδιοκτήτη,
  • εμφανίζεται σε διαφορετικό πρόσωπο,
  • δεν έχει ανοίξει ποτέ κτηματολογική μερίδα,
  • υπάρχει λάθος εμβαδόν,
  • υπάρχουν γεωμετρικές αποκλίσεις.

Η διόρθωση τέτοιων σφαλμάτων συχνά απαιτεί δικαστική διαδικασία.


4. Οι φορολογικές δηλώσεις δεν συμφωνούν με την πραγματικότητα

Κατά τον έλεγχο διαπιστώνονται αρκετές φορές σοβαρές αποκλίσεις μεταξύ:

  • Ε9,
  • Ε2,
  • τίτλων ιδιοκτησίας,
  • Κτηματολογίου.

Ένα ακίνητο μπορεί να δηλώνεται ως εκμισθωμένο χωρίς να εμφανίζεται στο Ε9.

Άλλο μπορεί να υπάρχει στο Ε9 χωρίς να έχει δηλωθεί ποτέ στο Κτηματολόγιο.

Σε ορισμένες περιπτώσεις διαπιστώνεται ακόμη και πλήρης απουσία φορολογικής δήλωσης για ακίνητα σημαντικής αξίας.


5. Ο γάμος ή τα οικογενειακά γεγονότα δεν έχουν δηλωθεί στην Ελλάδα

Πρόκειται για πρόβλημα που εμφανίζεται πολύ συχνά σε κατοίκους εξωτερικού.

Έχουν υπάρξει περιπτώσεις όπου:

  • ο γάμος τελέστηκε μόνο στο εξωτερικό,
  • τα παιδιά γεννήθηκαν στο εξωτερικό,
  • το διαζύγιο δεν καταχωρήθηκε ποτέ στην Ελλάδα,
  • ο θάνατος δεν δηλώθηκε στα ελληνικά ληξιαρχεία.

Όλα αυτά δημιουργούν πρόσθετες διαδικασίες πριν ακόμη ξεκινήσει η αποδοχή.


6. Υπάρχουν ακίνητα που αποκτήθηκαν χωρίς συμβόλαια

Στις παλαιότερες γενιές δεν ήταν σπάνιο να αποκτώνται ακίνητα:

  • από προίκα,
  • από άτυπες οικογενειακές συμφωνίες,
  • από χρησικτησία,
  • από παλαιές διανομές.

Οι περιπτώσεις αυτές απαιτούν ιδιαίτερη διερεύνηση.


7. Υπάρχουν περισσότεροι κληρονόμοι από όσους γνώριζε η οικογένεια

Η ύπαρξη δεύτερου γάμου, τέκνων από προηγούμενες σχέσεις ή διαθηκών που δεν ήταν γνωστές μπορεί να αλλάξει εντελώς την εικόνα της κληρονομικής διαδοχής.

Για τον λόγο αυτό προηγείται πάντοτε πλήρης έλεγχος της οικογενειακής κατάστασης και των ληξιαρχικών στοιχείων.


8. Οι κληρονόμοι δεν διαθέτουν ελληνικό Α.Φ.Μ.

Η έκδοση ελληνικού Α.Φ.Μ. αποτελεί συνήθως το πρώτο πρακτικό βήμα.

Παράλληλα εξετάζεται εάν απαιτείται:

  • φορολογικός εκπρόσωπος,
  • ειδικό πληρεξούσιο,
  • έκδοση ελληνικών πιστοποιητικών,
  • μετάφραση αλλοδαπών εγγράφων.

9. Η διαχείριση μπορεί να γίνει χωρίς συνεχή ταξίδια

Πολλοί κάτοικοι εξωτερικού θεωρούν ότι θα πρέπει να ταξιδέψουν επανειλημμένα στην Ελλάδα.

Στις περισσότερες περιπτώσεις αυτό δεν είναι απαραίτητο.

Με σωστό σχεδιασμό και κατάλληλα πληρεξούσια, μεγάλο μέρος της διαδικασίας μπορεί να ολοκληρωθεί εξ αποστάσεως.


10. Η βιαστική αποδοχή είναι πολλές φορές το μεγαλύτερο λάθος

Το σημαντικότερο λάθος είναι η υπογραφή αποδοχής χωρίς προηγούμενο έλεγχο.

Η αποδοχή κληρονομίας δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μία τυπική διαδικασία.

Απαιτεί:

  • έλεγχο τίτλων,
  • έλεγχο Κτηματολογίου,
  • φορολογικό έλεγχο,
  • διερεύνηση διαθηκών,
  • αξιολόγηση πιθανών οφειλών,
  • έλεγχο των πραγματικών δικαιωμάτων του θανόντος.

Η σωστή προετοιμασία προστατεύει τόσο την περιουσία όσο και τους ίδιους τους κληρονόμους.

Παράδειγμα από τη δικηγορική μας πρακτική

Το γραφείο μας εκπροσώπησε πρόσφατα οικογένεια κατοίκων Αυστραλίας, η οποία θεωρούσε ότι η κληρονομία περιοριζόταν σε δύο αγροτεμάχια. Ο ενδελεχής έλεγχος αποκάλυψε ότι υπήρχαν επιπλέον ακίνητα, διαφορετικές φορολογικές δηλώσεις, τίτλοι που δεν είχαν μεταγραφεί, καθώς και ακίνητο που εκμισθωνόταν χωρίς να εμφανίζεται πλήρως στη φορολογική εικόνα της αποβιώσασας. Παράλληλα, χρειάστηκε να προηγηθεί η τακτοποίηση ληξιαρχικών στοιχείων και η έκδοση ελληνικού Α.Φ.Μ. για τους κληρονόμους. Με συντονισμένες ενέργειες ολοκληρώθηκε ο έλεγχος της περιουσίας και σχεδιάστηκαν τα επόμενα βήματα, ώστε η αποδοχή της κληρονομίας να γίνει με ασφάλεια και χωρίς μελλοντικές εκκρεμότητες.

Συμπέρασμα

Οι διεθνείς κληρονομικές υποθέσεις δεν αντιμετωπίζονται με έτοιμες λύσεις. Κάθε υπόθεση έχει τις δικές της ιδιαιτερότητες και απαιτεί συνδυασμό γνώσεων κληρονομικού, εμπραγμάτου, φορολογικού και κτηματολογικού δικαίου. Η έγκαιρη νομική καθοδήγηση και η σωστή προετοιμασία αποτελούν το κλειδί για την ασφαλή ολοκλήρωση της διαδικασίας.

Το δικηγορικό μας γραφείο αναλαμβάνει τη συνολική διαχείριση κληρονομικών υποθέσεων κατοίκων εξωτερικού, με ιδιαίτερη εμπειρία σε υποθέσεις που αφορούν την Αυστραλία, τη Γερμανία και άλλες χώρες της ελληνικής διασποράς. Από τον αρχικό έλεγχο της περιουσίας έως την ολοκλήρωση της αποδοχής κληρονομίας και τη διόρθωση κτηματολογικών ή φορολογικών εκκρεμοτήτων, παρέχουμε ολοκληρωμένη νομική υποστήριξη με στόχο την προστασία των δικαιωμάτων των εντολέων μας.

Κληρονομιά από την Αυστραλία στην Ελλάδα: Τα συνηθέστερα προβλήματα όταν οι κληρονόμοι ζουν στο εξωτερικό

Τα τελευταία χρόνια ολοένα και περισσότερες οικογένειες που ζουν μόνιμα στην Αυστραλία καλούνται να διαχειριστούν κληρονομικές υποθέσεις στην Ελλάδα. Πρόκειται κυρίως για απογόνους Ελλήνων μεταναστών, οι οποίοι γεννήθηκαν ή μεγάλωσαν στην Αυστραλία, δεν διαθέτουν ελληνικό Α.Φ.Μ., δεν έχουν ποτέ ασχοληθεί με την ελληνική δημόσια διοίκηση και πολλές φορές αγνοούν ακόμη και ποια ακριβώς ακίνητα ανήκαν στους γονείς ή στους παππούδες τους.

Η εικόνα που έχουν οι περισσότεροι είναι ότι η διαδικασία περιορίζεται στην υπογραφή ενός συμβολαίου αποδοχής κληρονομίας. Στην πραγματικότητα, όμως, οι διεθνείς κληρονομικές υποθέσεις απαιτούν συστηματική έρευνα και συντονισμό πολλών διαφορετικών ενεργειών, ιδίως όταν η περιουσία βρίσκεται στην Ελλάδα αλλά οι κληρονόμοι κατοικούν στην άλλη άκρη του κόσμου.

Στην καθημερινή δικηγορική πρακτική διαπιστώνουμε ότι αρκετές φορές το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι η ίδια η κληρονομία, αλλά η εξακρίβωση του τι ακριβώς ανήκε στον θανόντα και με ποιον τρόπο αποκτήθηκε.

Μία χαρακτηριστική περίπτωση

Το γραφείο μας χειρίζεται υπόθεση οικογένειας Ελλήνων που μετανάστευσαν πριν από πολλές δεκαετίες στην Αυστραλία.

Οι κληρονόμοι γεννήθηκαν και κατοικούν μόνιμα εκεί. Δεν διαθέτουν ελληνικό Α.Φ.Μ., δεν είχαν προηγούμενη επαφή με το ελληνικό φορολογικό σύστημα και γνώριζαν μόνο προφορικά ότι οι γονείς τους είχαν στην Ελλάδα αρκετά αγροτεμάχια και ορισμένα αστικά ακίνητα.

Κατά τον αρχικό έλεγχο, διαπιστώθηκαν ζητήματα που δεν ήταν γνωστά ούτε στους ίδιους.

Ορισμένα ακίνητα που θεωρούσαν ότι ανήκαν στην οικογένεια δεν εμφανίζονταν ούτε στο Κτηματολόγιο ούτε στις φορολογικές δηλώσεις.

Για άλλα υπήρχαν μόνο προφορικές αναφορές χωρίς να εντοπίζονται συμβόλαια.

Σε μία περίπτωση υπήρχε αγροτεμάχιο που εκμισθωνόταν και δηλωνόταν φορολογικά, χωρίς όμως να έχει εντοπισθεί ακόμη ο τίτλος κτήσης.

Παράλληλα, διαπιστώθηκε ότι ο γάμος των γονέων δεν είχε ποτέ δηλωθεί στην Ελλάδα, γεγονός που δημιουργούσε πρόσθετα διαδικαστικά ζητήματα κατά την απόδειξη της οικογενειακής κατάστασης.

Πρόκειται για προβλήματα που εμφανίζονται πολύ συχνότερα απ’ όσο πιστεύει κανείς.

Η πρώτη εργασία δεν είναι η αποδοχή της κληρονομίας

Πριν συνταχθεί οποιοδήποτε συμβόλαιο, προηγείται ένας πλήρης νομικός έλεγχος.

Εξετάζονται:

  • ποιοι είναι οι πραγματικοί κληρονόμοι,
  • εάν υπάρχει διαθήκη,
  • ποια ακίνητα ανήκαν πράγματι στον θανόντα,
  • εάν υπάρχουν τίτλοι ιδιοκτησίας,
  • εάν τα ακίνητα έχουν δηλωθεί στο Κτηματολόγιο,
  • εάν εμφανίζονται στο Ε9,
  • εάν υπάρχουν εκκρεμείς μεταγραφές,
  • εάν υπάρχουν υποθήκες ή κατασχέσεις,
  • εάν υπάρχουν φορολογικές εκκρεμότητες.

Πολύ συχνά η εικόνα που έχει η οικογένεια δεν ταυτίζεται με τη νομική πραγματικότητα.

Όταν δεν υπάρχουν συμβόλαια

Ένα από τα συνηθέστερα προβλήματα αφορά την απώλεια τίτλων.

Σε πολλές οικογένειες τα συμβόλαια έχουν χαθεί, δεν γνωρίζει κανείς σε ποιον συμβολαιογράφο συντάχθηκαν ή δεν υπάρχει καν βεβαιότητα ότι είχαν ποτέ μεταγραφεί.

Σε άλλες περιπτώσεις η κυριότητα στηρίζεται σε παλαιές διανομές, προίκες ή χρησικτησία.

Η διερεύνηση αυτών των ζητημάτων απαιτεί έρευνα στα αρχεία των Υποθηκοφυλακείων, του Κτηματολογίου, των συμβολαιογράφων και πολλές φορές ακόμη και σε παλαιά δικαστικά έγγραφα.

Το Κτηματολόγιο μπορεί να κρύβει δυσάρεστες εκπλήξεις

Δεν είναι λίγες οι φορές που οι κληρονόμοι πληροφορούνται ότι κάποιο ακίνητο δεν δηλώθηκε ποτέ στο Κτηματολόγιο ή εμφανίζεται ως «Αγνώστου Ιδιοκτήτη».

Σε άλλες περιπτώσεις δεν έχει ανοιχθεί καν κτηματολογική μερίδα στο όνομα του θανόντος.

Υπάρχουν επίσης περιπτώσεις όπου το ακίνητο εμφανίζεται με διαφορετικό εμβαδόν από αυτό που αναφέρει το συμβόλαιο ή έχει δηλωθεί από άλλο πρόσωπο.

Κάθε τέτοιο ζήτημα πρέπει να επιλυθεί πριν από την ολοκλήρωση της αποδοχής της κληρονομίας.

Η σημασία του Ε9 και των φορολογικών δηλώσεων

Πολλοί θεωρούν ότι εφόσον ένα ακίνητο δεν εμφανίζεται στο Ε9, δεν ανήκει στον θανόντα.

Η πραγματικότητα είναι διαφορετική.

Το Ε9 αποτελεί σημαντικό αποδεικτικό στοιχείο, αλλά δεν δημιουργεί ούτε καταργεί δικαιώματα κυριότητας.

Έχουν υπάρξει περιπτώσεις όπου ακίνητα μεγάλης αξίας δεν είχαν δηλωθεί ποτέ φορολογικά, ενώ σε άλλες περιπτώσεις δηλώνονταν στο Ε2 επειδή εκμισθώνονταν, χωρίς να υπάρχει αντίστοιχη εγγραφή στο Ε9.

Για τον λόγο αυτό απαιτείται πάντοτε συνδυαστική αξιολόγηση όλων των στοιχείων.

Όταν οι κληρονόμοι ζουν στην Αυστραλία

Η απόσταση δεν αποτελεί πλέον εμπόδιο.

Με τη σωστή οργάνωση μπορούν να ολοκληρωθούν σχεδόν όλες οι διαδικασίες μέσω ειδικών πληρεξουσίων και ηλεκτρονικής επικοινωνίας.

Το γραφείο μας αναλαμβάνει τον συντονισμό όλων των απαιτούμενων ενεργειών στην Ελλάδα, ώστε οι κληρονόμοι να μην χρειάζεται να πραγματοποιούν επανειλημμένα ταξίδια για κάθε επιμέρους διαδικασία.

Η σωστή προετοιμασία εξοικονομεί χρόνο και χρήμα

Η διεθνής εμπειρία έχει δείξει ότι η βιαστική υπογραφή μιας αποδοχής κληρονομίας χωρίς προηγούμενο πλήρη έλεγχο μπορεί να δημιουργήσει σημαντικά προβλήματα στο μέλλον.

Η διερεύνηση των τίτλων, η αποτύπωση της πραγματικής περιουσιακής κατάστασης, ο έλεγχος του Κτηματολογίου και η αξιολόγηση των φορολογικών δεδομένων αποτελούν αναγκαία στάδια κάθε σοβαρής κληρονομικής υπόθεσης.

Το δικηγορικό μας γραφείο

Το δικηγορικό μας γραφείο διαθέτει εμπειρία στη διαχείριση διεθνών κληρονομικών υποθέσεων με κληρονόμους που κατοικούν μόνιμα στην Αυστραλία. Αναλαμβάνουμε την πλήρη διερεύνηση της κληρονομιαίας περιουσίας, τον έλεγχο τίτλων, τη συγκέντρωση των απαιτούμενων εγγράφων, την έκδοση ελληνικού Α.Φ.Μ., την εκπροσώπηση ενώπιον των ελληνικών αρχών, τη συνεργασία με συμβολαιογράφους, λογιστές και μηχανικούς, καθώς και την ολοκλήρωση της αποδοχής κληρονομίας και των κτηματολογικών διαδικασιών, με στόχο την ασφαλή και αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων των κληρονόμων, ακόμη και όταν αυτοί βρίσκονται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την Ελλάδα.

Αγόρασα ακίνητο, πλήρωσα ολόκληρο το τίμημα, αλλά ο πωλητής δεν υπέγραψε ποτέ το οριστικό συμβόλαιο. Χάνεται το ακίνητο;

Στην ελληνική πραγματικότητα δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου μία αγοραπωλησία ακινήτου δεν ολοκληρώνεται ποτέ, παρά το γεγονός ότι ο αγοραστής έχει ήδη καταβάλει το σύνολο ή το μεγαλύτερο μέρος του τιμήματος.

Πολλές φορές υπάρχει μόνο ένα προσύμφωνο. Άλλοτε υπάρχει ένα ιδιωτικό συμφωνητικό. Σε αρκετές περιπτώσεις υπάρχουν μόνο αποδείξεις πληρωμών ή μάρτυρες που γνωρίζουν τη συμφωνία των μερών.

Τα προβλήματα συνήθως εμφανίζονται όταν ο πωλητής αλλάζει γνώμη, όταν αποβιώσει πριν υπογραφεί το οριστικό συμβόλαιο ή όταν οι κληρονόμοι του αρνούνται να ολοκληρώσουν τη μεταβίβαση.

Το γεγονός αυτό δημιουργεί εύλογη ανασφάλεια στον αγοραστή, ο οποίος πολλές φορές θεωρεί ότι έχασε και τα χρήματά του και το ακίνητο.

Η πραγματικότητα όμως δεν είναι πάντοτε αυτή.


Το προσύμφωνο δεν είναι ένα απλό χαρτί

Ένα συμβολαιογραφικό προσύμφωνο δημιουργεί συγκεκριμένες υποχρεώσεις.

Με αυτό τα μέρη δεσμεύονται ότι θα προχωρήσουν στο μέλλον στην κατάρτιση της οριστικής σύμβασης μεταβίβασης.

Εάν ο ένας από τους συμβαλλόμενους αρνηθεί αδικαιολόγητα να υπογράψει το οριστικό συμβόλαιο, ο άλλος δεν μένει χωρίς προστασία.

Ο νόμος παρέχει τη δυνατότητα να ζητηθεί από το δικαστήριο η αναπλήρωση της δήλωσης βουλήσεως του αρνούμενου συμβαλλομένου, ώστε η δικαστική απόφαση να υποκαταστήσει την υπογραφή του.


Τι συμβαίνει αν ο πωλητής πεθάνει;

Ένα από τα δυσκολότερα ζητήματα είναι ο θάνατος του πωλητή πριν από την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου.

Πολλοί πιστεύουν ότι η συμφωνία παύει να ισχύει.

Στην πραγματικότητα, η κατάσταση εξαρτάται από τα πραγματικά περιστατικά και το περιεχόμενο της συμφωνίας.

Σε αρκετές περιπτώσεις οι υποχρεώσεις του πωλητή μεταβιβάζονται στους κληρονόμους του, οι οποίοι υπεισέρχονται στη θέση του.

Αν όμως αρνηθούν να συνεργαστούν, μπορεί να απαιτηθεί δικαστική διαδικασία για την ολοκλήρωση της μεταβίβασης.


Όταν υπάρχει αμετάκλητο πληρεξούσιο

Στην πράξη συναντώνται αρκετές φορές συμβολαιογραφικά προσύμφωνα που συνοδεύονται από αμετάκλητο πληρεξούσιο προς τον αγοραστή ή τρίτο πρόσωπο.

Η ύπαρξη τέτοιου πληρεξουσίου μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική, ιδίως όταν ο πωλητής αποβιώσει ή μεταγενέστερα μεταβάλει τη στάση του.

Η ερμηνεία όμως του περιεχομένου του πληρεξουσίου απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή, καθώς κάθε υπόθεση παρουσιάζει διαφορετικά νομικά δεδομένα.


Δεν αρκεί να αποδείξετε ότι πληρώσατε

Ένα από τα μεγαλύτερα λάθη είναι η πεποίθηση ότι η απόδειξη της πληρωμής αρκεί από μόνη της.

Το δικαστήριο εξετάζει συνολικά:

  • το προσύμφωνο,
  • τους όρους του,
  • τις πληρωμές,
  • την πραγματική βούληση των συμβαλλομένων,
  • τη συμπεριφορά τους μετά τη συμφωνία,
  • τυχόν μεταγενέστερες πράξεις.

Κάθε στοιχείο μπορεί να αποδειχθεί κρίσιμο.


Τα προβλήματα εμφανίζονται πολλά χρόνια αργότερα

Στις περισσότερες υποθέσεις η διαφορά δεν δημιουργείται αμέσως.

Ο αγοραστής χρησιμοποιεί το ακίνητο επί σειρά ετών χωρίς πρόβλημα.

Ξαφνικά όμως:

  • πεθαίνει ο πωλητής,
  • εμφανίζονται οι κληρονόμοι,
  • επιχειρείται νέα πώληση,
  • γίνεται αποδοχή κληρονομίας,
  • αποκαλύπτεται ότι η κυριότητα δεν μεταβιβάστηκε ποτέ.

Τότε διαπιστώνεται ότι η υπόθεση είναι πολύ πιο σύνθετη από όσο φαινόταν αρχικά.


Η σχέση με το Κτηματολόγιο

Η μη ολοκλήρωση της μεταβίβασης δημιουργεί συχνά προβλήματα και στο Ελληνικό Κτηματολόγιο.

Το ακίνητο μπορεί να εξακολουθεί να εμφανίζεται στο όνομα του αρχικού ιδιοκτήτη, παρά το γεγονός ότι ο αγοραστής το κατέχει επί δεκαετίες.

Σε ορισμένες περιπτώσεις απαιτείται πρώτα η επίλυση της διαφοράς και στη συνέχεια η διόρθωση των κτηματολογικών εγγραφών.


Παράδειγμα από τη δικηγορική πρακτική

Το γραφείο μας χειρίζεται υπόθεση στην οποία ο αγοραστής είχε συνάψει συμβολαιογραφικό προσύμφωνο αγοράς αποθήκης, είχε εξοφλήσει το συμφωνημένο τίμημα και είχε λάβει αμετάκλητο πληρεξούσιο για την ολοκλήρωση της μεταβίβασης. Πριν υπογραφεί το οριστικό συμβόλαιο, ο πωλητής απεβίωσε και οι κληρονόμοι του δεν προχώρησαν στην εκπλήρωση της συμφωνίας. Μετά από πλήρη αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών και των συμβολαιογραφικών εγγράφων, κινήθηκαν οι κατάλληλες δικαστικές ενέργειες για την προστασία των δικαιωμάτων του αγοραστή και την ολοκλήρωση της μεταβίβασης σύμφωνα με τον νόμο.


Μπορεί να λυθεί εξωδικαστικά;

Σε αρκετές περιπτώσεις ναι.

Εφόσον υπάρχει διάθεση συνεργασίας από όλους τους εμπλεκόμενους, η υπόθεση μπορεί να ολοκληρωθεί χωρίς μακροχρόνια δικαστική διαμάχη.

Όταν όμως υπάρχει άρνηση ή αμφισβήτηση των δικαιωμάτων του αγοραστή, η προσφυγή στη δικαιοσύνη αποτελεί συχνά τη μόνη αποτελεσματική λύση.


Συμπέρασμα

Η αγορά ακινήτου δεν ολοκληρώνεται με την καταβολή του τιμήματος αλλά με τη νόμιμη μεταβίβαση της κυριότητας. Όταν η διαδικασία διακοπεί λόγω άρνησης του πωλητή ή θανάτου του πριν από την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, ο αγοραστής δεν στερείται κατ’ ανάγκη της νομικής προστασίας που του παρέχει ο νόμος. Η έγκαιρη αξιολόγηση των εγγράφων και η επιλογή της κατάλληλης δικαστικής ή εξωδικαστικής στρατηγικής είναι καθοριστικής σημασίας για την προάσπιση των δικαιωμάτων του.

Το δικηγορικό μας γραφείο

Το δικηγορικό μας γραφείο αναλαμβάνει υποθέσεις που αφορούν συμβολαιογραφικά προσύμφωνα, αναπλήρωση δήλωσης βουλήσεως, αθέτηση υποχρέωσης μεταβίβασης ακινήτων, διαφορές μεταξύ αγοραστών και κληρονόμων πωλητών, καθώς και συναφείς κτηματολογικές και εμπράγματες διαφορές. Κάθε υπόθεση εξετάζεται εξατομικευμένα, με στόχο την ασφαλή κατοχύρωση των δικαιωμάτων του εντολέα και την ολοκλήρωση της συναλλαγής σύμφωνα με το ισχύον δίκαιο.

Κληρονομιά μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας: Τι συμβαίνει όταν οι κληρονόμοι ζουν στο εξωτερικό και η περιουσία βρίσκεται στην Ελλάδα;

Τα τελευταία χρόνια αυξάνονται συνεχώς οι κληρονομικές υποθέσεις με διεθνή στοιχεία. Χιλιάδες Έλληνες που μετανάστευσαν στη Γερμανία τις προηγούμενες δεκαετίες δημιούργησαν εκεί οικογένειες, απέκτησαν περιουσία, αλλά διατήρησαν παράλληλα ακίνητα στην Ελλάδα. Αντίστοιχα, δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις αλλοδαπών που εγκαταστάθηκαν μόνιμα στη χώρα μας, παντρεύτηκαν Έλληνες πολίτες και απέκτησαν εδώ την κύρια κατοικία τους.

Όταν επέρχεται ο θάνατος ενός από τα πρόσωπα αυτά, οι συγγενείς έρχονται αντιμέτωποι με ένα σύνθετο πλέγμα ελληνικού, ευρωπαϊκού και πολλές φορές γερμανικού δικαίου. Συχνά πιστεύουν ότι η διαδικασία είναι μία απλή αποδοχή κληρονομίας ενώπιον συμβολαιογράφου. Στην πράξη όμως, οι διεθνείς κληρονομικές υποθέσεις απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή, καθώς ακόμη και μικρές παραλείψεις μπορεί να οδηγήσουν σε σημαντικές καθυστερήσεις ή σε σοβαρές φορολογικές και περιουσιακές συνέπειες.

Μία χαρακτηριστική περίπτωση

Πρόσφατα το γραφείο μας ανέλαβε μία ιδιαίτερα σύνθετη υπόθεση με στοιχεία τόσο ελληνικού όσο και γερμανικού δικαίου.

Η αποβιώσασα ήταν Γερμανίδα υπήκοος, η οποία είχε εγκατασταθεί μόνιμα στην Ελλάδα πριν από αρκετές δεκαετίες και είχε παντρευτεί Έλληνα πολίτη. Ο σύζυγός της είχε ήδη αποβιώσει.

Η οικογένεια αποτελείτο από:

  • δύο κόρες της αποβιώσασας, οι οποίες κατοικούν μόνιμα στη Γερμανία,
  • μία κόρη του συζύγου της από προηγούμενο γάμο, η οποία κατοικεί στην Ελλάδα.

Ο αποβιώσας σύζυγος είχε συντάξει δημόσια διαθήκη, με την οποία κατέλειπε στην σύζυγό του την επικαρπία όλων των ακινήτων του, ενώ όριζε ότι μετά τον θάνατό της η πλήρης κυριότητα θα περιέλθει ισομερώς στις τρεις κόρες.

Με τον θάνατο της επικαρπώτριας συζύγου δημιουργήθηκαν μία σειρά από νομικά ζητήματα που δεν περιορίζονται στην απλή αποδοχή κληρονομίας.

Ποιο δίκαιο εφαρμόζεται;

Ένα από τα πρώτα ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν είναι ποιο δίκαιο διέπει την κληρονομική διαδοχή.

Δεν αρκεί η υπηκοότητα.

Ούτε αρκεί ο τόπος όπου βρίσκονται τα ακίνητα.

Στις περισσότερες διεθνείς κληρονομικές υποθέσεις εφαρμόζεται ο Κανονισμός (ΕΕ) 650/2012, σύμφωνα με τον οποίο κρίσιμο στοιχείο είναι κατά κανόνα η τελευταία συνήθης διαμονή του θανόντος.

Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι καθοριστική, διότι επηρεάζει:

  • το εφαρμοστέο κληρονομικό δίκαιο,
  • το αρμόδιο δικαστήριο,
  • την αναγνώριση αλλοδαπών εγγράφων,
  • την έκδοση ευρωπαϊκού κληρονομητηρίου,
  • την αντιμετώπιση της διαθήκης.

Η αξιολόγηση αυτή πρέπει να γίνεται πριν από οποιαδήποτε ενέργεια.

Η σημασία της διαθήκης

Στην υπόθεσή μας υπήρχε δημόσια διαθήκη του συζύγου.

Η διαθήκη είχε οργανώσει τη διαδοχή κατά τρόπο που διαχώριζε την επικαρπία από την ψιλή κυριότητα.

Με τον θάνατο της συζύγου, η επικαρπία αποσβέστηκε αυτοδικαίως και οι ψιλές κυριότητες συνενώθηκαν με αυτήν, με αποτέλεσμα οι τρεις κόρες να αποκτήσουν πλήρη κυριότητα στα ακίνητα σύμφωνα με τους όρους της διαθήκης.

Η εξέλιξη αυτή, αν και φαίνεται απλή, απαιτεί σειρά νομικών ενεργειών ώστε να αποτυπωθεί σωστά τόσο στα συμβολαιογραφικά έγγραφα όσο και στο Ελληνικό Κτηματολόγιο.

Όταν οι κληρονόμοι κατοικούν στο εξωτερικό

Η ύπαρξη κατοικίας στη Γερμανία δημιουργεί επιπλέον πρακτικές δυσκολίες.

Συχνά απαιτούνται:

  • έκδοση ελληνικού Α.Φ.Μ.,
  • ορισμός φορολογικού εκπροσώπου,
  • εξουσιοδοτήσεις και πληρεξούσια,
  • συλλογή γερμανικών ληξιαρχικών εγγράφων,
  • μετάφραση και επισημείωση (Apostille), όπου απαιτείται,
  • συντονισμός με συμβολαιογράφους και λογιστές σε δύο διαφορετικές χώρες.

Η σωστή οργάνωση της διαδικασίας επιτρέπει πολλές φορές την ολοκλήρωση της υπόθεσης χωρίς να απαιτούνται επανειλημμένα ταξίδια των κληρονόμων στην Ελλάδα.

Το Κτηματολόγιο

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά και ο έλεγχος των ακινήτων.

Πριν από οποιαδήποτε αποδοχή εξετάζονται:

  • οι τίτλοι ιδιοκτησίας,
  • οι μεταγραφές,
  • οι εγγραφές στο Κτηματολόγιο,
  • τυχόν υποθήκες ή κατασχέσεις,
  • η πολεοδομική κατάσταση,
  • οι δηλώσεις Ε9.

Δεν είναι σπάνιο να διαπιστωθούν αποκλίσεις μεταξύ των συμβολαίων, του Κτηματολογίου και των φορολογικών δηλώσεων, οι οποίες πρέπει να αντιμετωπισθούν πριν από την ολοκλήρωση της αποδοχής.

Η φορολογία δεν είναι το μοναδικό ζήτημα

Πολλοί κληρονόμοι θεωρούν ότι η υπόθεση περιορίζεται στον φόρο κληρονομίας.

Στην πραγματικότητα, απαιτείται συνολικός σχεδιασμός.

Πρέπει να εξετασθούν:

  • η αποδοχή ή αποποίηση της κληρονομίας,
  • η ύπαρξη τραπεζικών καταθέσεων,
  • τυχόν εκκρεμείς οφειλές,
  • μισθωμένα ακίνητα,
  • εκκρεμείς δικαστικές διαφορές,
  • η φορολογική εικόνα του θανόντος,
  • η μεταγενέστερη διαχείριση των ακινήτων.

Γιατί κάθε διεθνής κληρονομική υπόθεση είναι διαφορετική

Δεν υπάρχουν δύο ίδιες υποθέσεις.

Η υπηκοότητα, η τελευταία κατοικία, ο τόπος όπου βρίσκονται τα ακίνητα, η ύπαρξη ή μη διαθήκης, οι οικογενειακές σχέσεις και η περιουσιακή κατάσταση δημιουργούν κάθε φορά διαφορετικά νομικά δεδομένα.

Για τον λόγο αυτό δεν είναι ασφαλές να εφαρμόζονται γενικές οδηγίες ή πληροφορίες που βρίσκει κανείς στο διαδίκτυο.

Κάθε υπόθεση πρέπει να εξετάζεται εξατομικευμένα.

Η σημασία της σωστής προετοιμασίας

Στις διεθνείς κληρονομικές υποθέσεις, η επιτυχία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την προετοιμασία.

Η συγκέντρωση των εγγράφων, η επιλογή της κατάλληλης διαδικασίας, ο έλεγχος του εφαρμοστέου δικαίου και ο συντονισμός όλων των εμπλεκομένων επαγγελματιών είναι στοιχεία που καθορίζουν τόσο τη διάρκεια όσο και την επιτυχία της διαδικασίας.

Η έγκαιρη νομική συμβουλή μπορεί να αποτρέψει σημαντικά λάθη και να εξασφαλίσει ότι η κληρονομική διαδοχή θα ολοκληρωθεί με ασφάλεια και χωρίς περιττές επιβαρύνσεις.

Το δικηγορικό μας γραφείο

Το δικηγορικό μας γραφείο διαθέτει εμπειρία στη διαχείριση διεθνών κληρονομικών υποθέσεων με στοιχεία ελληνικού και γερμανικού δικαίου. Αναλαμβάνουμε ολοκληρωμένα την εκπροσώπηση κατοίκων εξωτερικού σε υποθέσεις αποδοχής κληρονομίας, δημοσίευσης και ερμηνείας διαθηκών, έκδοσης κληρονομητηρίων, ελέγχου τίτλων, κτηματολογικών εγγραφών και φορολογικών διαδικασιών, σε συνεργασία με συμβολαιογράφους, λογιστές και λοιπούς επαγγελματίες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Στόχος μας είναι η ασφαλής και αποτελεσματική ολοκλήρωση κάθε υπόθεσης, με πλήρη ενημέρωση του εντολέα σε κάθε στάδιο της διαδικασίας.

Δικαστική Συμπαράσταση: Η αναγκαία νομική προστασία για πρόσωπα που αδυνατούν να διαχειριστούν τις υποθέσεις τους

Η πρόοδος της ιατρικής και η αύξηση του προσδόκιμου ζωής έχουν ως αποτέλεσμα ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι να φθάνουν σε προχωρημένη ηλικία. Παράλληλα όμως αυξάνονται και οι περιπτώσεις ατόμων που πάσχουν από άνοια, νόσο Alzheimer, σοβαρές ψυχικές διαταραχές ή άλλες παθήσεις που επηρεάζουν σημαντικά την ικανότητά τους να λαμβάνουν υπεύθυνες αποφάσεις για την προσωπική και περιουσιακή τους κατάσταση. Δεν είναι σπάνιες επίσης οι περιπτώσεις ανθρώπων που, ύστερα από σοβαρό ατύχημα ή εγκεφαλικό επεισόδιο, αδυνατούν πλέον να διαχειριστούν τις καθημερινές τους υποθέσεις.

Σε τέτοιες περιπτώσεις, η ελληνική έννομη τάξη προβλέπει τον θεσμό της δικαστικής συμπαράστασης, ο οποίος έχει ως σκοπό όχι τον περιορισμό της προσωπικότητας του ατόμου, αλλά την προστασία της αξιοπρέπειας, της περιουσίας και των δικαιωμάτων του. Πρόκειται για έναν θεσμό ιδιαίτερα σημαντικό, ο οποίος πολλές φορές αποτελεί τη μοναδική λύση ώστε να μπορέσει η οικογένεια να αντιμετωπίσει πρακτικά και νομικά προβλήματα που διαφορετικά παραμένουν άλυτα.

Τι είναι η δικαστική συμπαράσταση;

Η δικαστική συμπαράσταση είναι μία διαδικασία μέσω της οποίας το δικαστήριο ορίζει ένα πρόσωπο –τον δικαστικό συμπαραστάτη– προκειμένου να συνδράμει ή να εκπροσωπεί κάποιον που, λόγω της κατάστασης της υγείας του, δεν μπορεί να φροντίζει αποτελεσματικά τις προσωπικές ή περιουσιακές του υποθέσεις.

Δεν πρόκειται για τιμωρία ούτε για στέρηση δικαιωμάτων. Αντίθετα, αποτελεί μέτρο προστασίας του ίδιου του προσώπου από πράξεις που ενδεχομένως δεν αντιλαμβάνεται πλήρως ή από τρίτους που επιχειρούν να εκμεταλλευθούν την ευάλωτη κατάστασή του.

Η δικαστική συμπαράσταση μπορεί να είναι πλήρης ή μερική, ανάλογα με τον βαθμό στον οποίο το πρόσωπο αδυνατεί να διαχειριστεί τις υποθέσεις του. Το δικαστήριο δεν επιβάλλει πάντοτε τον ίδιο βαθμό περιορισμού, αλλά προσαρμόζει την απόφασή του στις πραγματικές ανάγκες κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης.

Πότε είναι αναγκαία;

Η ανάγκη υπαγωγής ενός προσώπου σε δικαστική συμπαράσταση εμφανίζεται συχνότερα στις εξής περιπτώσεις:

  • νόσος Alzheimer ή άλλες μορφές άνοιας,
  • σοβαρές ψυχικές παθήσεις,
  • βαριά νοητική αναπηρία,
  • σοβαρό εγκεφαλικό επεισόδιο,
  • τραυματισμός του εγκεφάλου μετά από ατύχημα,
  • προχωρημένες νευροεκφυλιστικές παθήσεις,
  • περιπτώσεις όπου η σωματική κατάσταση καθιστά αδύνατη την επικοινωνία και τη λήψη αποφάσεων.

Η μεγάλη ηλικία από μόνη της δεν αρκεί για να τεθεί κάποιος σε δικαστική συμπαράσταση. Απαιτείται να αποδειχθεί ότι το πρόσωπο αδυνατεί ουσιαστικά να φροντίσει τις υποθέσεις του.

Ποιος μπορεί να ζητήσει τη δικαστική συμπαράσταση;

Η σχετική αίτηση μπορεί να υποβληθεί από τα πρόσωπα που ορίζει ο νόμος, όπως ο ή η σύζυγος, τα παιδιά, οι γονείς ή άλλοι στενοί συγγενείς, καθώς και από τον αρμόδιο Εισαγγελέα όταν διαπιστώνεται ανάγκη προστασίας.

Στην πράξη, η διαδικασία ξεκινά συνήθως από τα παιδιά ενός ηλικιωμένου γονέα, όταν διαπιστώνουν ότι δεν μπορεί πλέον να διαχειριστεί μόνος του τραπεζικούς λογαριασμούς, ακίνητα, συντάξεις, φορολογικές υποχρεώσεις ή άλλες σημαντικές υποθέσεις.

Η διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου

Η δικαστική συμπαράσταση εκδικάζεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.

Η επιτυχής ολοκλήρωση της διαδικασίας προϋποθέτει σωστή προετοιμασία του φακέλου. Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι ιατρικές γνωματεύσεις, οι οποίες πρέπει να αποτυπώνουν με σαφήνεια την πραγματική κατάσταση της υγείας του προσώπου.

Το δικαστήριο εξετάζει όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, μπορεί να ακούσει μάρτυρες, να ζητήσει πραγματογνωμοσύνη ή ακόμη και να εξετάσει το ίδιο το πρόσωπο, εφόσον αυτό είναι εφικτό.

Στη συνέχεια αποφασίζει όχι μόνο εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή σε δικαστική συμπαράσταση, αλλά και ποιος είναι ο καταλληλότερος άνθρωπος για να αναλάβει τον ρόλο του δικαστικού συμπαραστάτη.

Ποιος μπορεί να διοριστεί δικαστικός συμπαραστάτης;

Κατά κανόνα επιλέγεται κάποιο πρόσωπο του στενού οικογενειακού περιβάλλοντος που εμπνέει εμπιστοσύνη και μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του ρόλου.

Το δικαστήριο εξετάζει μεταξύ άλλων:

  • τη σχέση εμπιστοσύνης με το προστατευόμενο πρόσωπο,
  • την προσωπικότητα του υποψηφίου,
  • τυχόν σύγκρουση συμφερόντων,
  • την ικανότητά του να διαχειριστεί υπεύθυνα την περιουσία και τις προσωπικές υποθέσεις του προστατευόμενου.

Η ιδιότητα του δικαστικού συμπαραστάτη συνεπάγεται σημαντικές ευθύνες. Δεν πρόκειται για απόλυτη εξουσία επί της περιουσίας του προστατευόμενου, αλλά για λειτούργημα που ασκείται υπό τον έλεγχο του δικαστηρίου.

Ποιες πράξεις απαιτούν δικαστική άδεια;

Για ορισμένες ιδιαίτερα σημαντικές πράξεις, όπως:

  • πώληση ακινήτου,
  • αποδοχή ή αποποίηση κληρονομίας,
  • σύναψη δανείου,
  • δωρεές,
  • συμβιβασμοί μεγάλης οικονομικής σημασίας,

δεν αρκεί η απόφαση του δικαστικού συμπαραστάτη. Απαιτείται προηγούμενη άδεια του δικαστηρίου, ώστε να διασφαλίζεται ότι κάθε ενέργεια εξυπηρετεί πραγματικά το συμφέρον του προστατευόμενου προσώπου.

Οι πρόσφατες νομοθετικές εξελίξεις

Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια σαφής μεταβολή στη φιλοσοφία του νομοθέτη ως προς την προστασία των ευάλωτων προσώπων.

Στο πλαίσιο αυτό προωθήθηκε τροποποίηση του άρθρου 1667 του Αστικού Κώδικα, με την οποία εγκαταλείπεται σταδιακά η παλαιότερη ορολογία που παρέπεμπε στην έννοια του «πάσχοντος» και υιοθετείται γλώσσα περισσότερο συμβατή με τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία, δίνοντας έμφαση στον σεβασμό της προσωπικότητας και της αξιοπρέπειας κάθε ανθρώπου.

Παράλληλα, οι πρόσφατες τροποποιήσεις του κληρονομικού δικαίου διευκρίνισαν σημαντικά ζητήματα που αφορούν τη σχέση της δικαστικής συμπαράστασης με τη σύνταξη διαθήκης. Πλέον αποσαφηνίζεται σε ποιες περιπτώσεις πρόσωπο που έχει υπαχθεί ή πρόκειται να υπαχθεί σε δικαστική συμπαράσταση μπορεί να συντάξει έγκυρη διαθήκη, ενώ προβλέπονται ειδικοί κανόνες για τις περιπτώσεις όπου η διαδικασία της συμπαράστασης βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη. Οι ρυθμίσεις αυτές έχουν ιδιαίτερη σημασία στις οικογένειες που επιθυμούν να οργανώσουν εγκαίρως την περιουσιακή τους διαδοχή και αναδεικνύουν τη στενή σύνδεση του θεσμού της δικαστικής συμπαράστασης με το σύγχρονο κληρονομικό δίκαιο.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα

Πρόσφατα το γραφείο μας χειρίστηκε υπόθεση ηλικιωμένης γυναίκας με προχωρημένη άνοια, η οποία διέθετε σημαντική ακίνητη περιουσία και τραπεζικές καταθέσεις. Τα παιδιά της αδυνατούσαν να πραγματοποιήσουν ακόμη και τις πιο απλές τραπεζικές συναλλαγές ή να προχωρήσουν στην αποδοχή κληρονομίας συγγενικού της προσώπου, καθώς δεν υπήρχε νόμιμη εκπροσώπηση.

Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας δικαστικής συμπαράστασης κατέστη δυνατή η νόμιμη διαχείριση της περιουσίας της, η τακτοποίηση των φορολογικών και κληρονομικών εκκρεμοτήτων και η αποτελεσματική προστασία των συμφερόντων της, χωρίς να δημιουργηθούν μελλοντικές αμφισβητήσεις ως προς το κύρος των σχετικών πράξεων.

Συχνές ερωτήσεις

Μπορώ να διαχειριστώ τον τραπεζικό λογαριασμό του πατέρα ή της μητέρας μου επειδή είμαι παιδί τους;

Όχι. Η συγγενική σχέση δεν παρέχει από μόνη της εξουσία εκπροσώπησης.

Μπορεί να πουληθεί ακίνητο προσώπου που βρίσκεται σε δικαστική συμπαράσταση;

Ναι, αλλά μόνο υπό τις προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος και, στις περισσότερες περιπτώσεις, κατόπιν προηγούμενης δικαστικής άδειας.

Πόσο διαρκεί η διαδικασία;

Η διάρκειά της εξαρτάται από τον φόρτο εργασίας του αρμόδιου δικαστηρίου, την πληρότητα του φακέλου και τις ιδιαιτερότητες κάθε υπόθεσης.

Συμπέρασμα

Η δικαστική συμπαράσταση δεν αποτελεί μια τυπική δικαστική διαδικασία. Είναι ένας θεσμός που αποσκοπεί στην ουσιαστική προστασία ανθρώπων οι οποίοι, εξαιτίας της κατάστασης της υγείας τους, αδυνατούν πλέον να προστατεύσουν οι ίδιοι τα συμφέροντά τους. Η έγκαιρη προσφυγή στη δικαιοσύνη μπορεί να αποτρέψει σοβαρά περιουσιακά προβλήματα, να προστατεύσει την αξιοπρέπεια του προστατευόμενου προσώπου και να δώσει στην οικογένεια τη δυνατότητα να αντιμετωπίσει νόμιμα και αποτελεσματικά τις καθημερινές δυσκολίες.

Το δικηγορικό μας γραφείο διαθέτει εμπειρία στην εκπροσώπηση οικογενειών σε υποθέσεις δικαστικής συμπαράστασης, παρέχοντας ολοκληρωμένη νομική υποστήριξη από την αρχική αξιολόγηση της υπόθεσης έως την έκδοση της δικαστικής απόφασης και την περαιτέρω υποστήριξη του δικαστικού συμπαραστάτη κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Στόχος μας είναι η αποτελεσματική προστασία του ανθρώπου που χρειάζεται βοήθεια, με απόλυτο σεβασμό στη νομιμότητα, την αξιοπρέπεια και τις ιδιαίτερες ανάγκες κάθε οικογένειας.

Διαταγή Απόδοσης Μισθίου: Ο ταχύτερος τρόπος για να ανακτήσει ο ιδιοκτήτης το ακίνητό του

Η εκμίσθωση ενός ακινήτου αποτελεί για πολλούς ιδιοκτήτες σημαντική πηγή εισοδήματος. Δεν είναι όμως λίγες οι περιπτώσεις στις οποίες ο μισθωτής σταματά να πληρώνει το ενοίκιο, συνεχίζει να μένει στο ακίνητο χωρίς να καταβάλλει τίποτα, ή αρνείται να το αδειάσει ακόμη και μετά τη λήξη της μίσθωσης. Πολλοί ιδιοκτήτες, σε αυτές τις περιπτώσεις, νιώθουν ότι δεν έχουν πραγματικό τρόπο να προστατέψουν την περιουσία τους, ή φαντάζονται ότι θα χρειαστούν χρόνια μέχρι να δικαιωθούν.

Η αλήθεια είναι διαφορετική, και μάλιστα από φέτος ακόμη πιο ευνοϊκή για τον ιδιοκτήτη. Από την 1η Μαΐου 2026 η διαδικασία της διαταγής απόδοσης μισθίου άλλαξε ριζικά, με τον ν. 5221/2025, και έγινε πολύ πιο γρήγορη απ’ όσο ίσχυε μέχρι πρόσφατα.

Τι είναι η διαταγή απόδοσης μισθίου σήμερα

Μέχρι πρότινος, η διαταγή απόδοσης μισθίου εκδιδόταν από δικαστήριο, χωρίς να προηγηθεί τακτική συζήτηση, αλλά πάντα μέσα στα χρονοδιαγράμματα και τον φόρτο των δικαστηρίων. Αυτό πλέον έχει αλλάξει. Η νέα διαδικασία, που ισχύει παράλληλα με την παλιά αλλά είναι πολύ ταχύτερη, προβλέπει ότι η διαταγή εκδίδεται από πιστοποιημένο δικηγόρο, ο οποίος ορίζεται αλφαβητικά από τη Γραμματεία του αρμόδιου Πρωτοδικείου από ειδικό κατάλογο δικηγόρων, χωρίς να χρειάζεται καθόλου προσφυγή στο δικαστήριο. Ο δικηγόρος αυτός υποχρεούται να ολοκληρώσει την έκδοση της διαταγής μέσα σε είκοσι ημέρες από την ανάθεση του φακέλου. Ο ιδιοκτήτης διατηρεί βέβαια και τη δυνατότητα να ακολουθήσει την παλιά οδό, μέσω αγωγής, αν κρίνει ότι τον συμφέρει περισσότερο, αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις η νέα διαδικασία είναι σαφώς πιο πρακτική.

Άλλη μία πολύ σημαντική αλλαγή, που πολλοί ιδιοκτήτες δεν γνωρίζουν ακόμη: η διαταγή απόδοσης μισθίου δεν αφορά πια μόνο τις περιπτώσεις καθυστέρησης ενοικίου. Με την τροποποίηση του άρθρου 637 ΚΠολΔ, που ισχύει από 1.1.2026, το εργαλείο αυτό μπορεί να χρησιμοποιηθεί και όταν απλώς έχει λήξει η μίσθωση, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, χωρίς να υπάρχει καμία οφειλή. Δηλαδή, ακόμη κι αν ο μισθωτής πλήρωνε πάντοτε κανονικά αλλά αρνείται να αποχωρήσει μετά τη λήξη της σύμβασης, ο ιδιοκτήτης έχει πλέον στη διάθεσή του την ίδια ταχεία διαδικασία.

Πότε και πώς μπορεί να εκδοθεί

Στην περίπτωση καθυστέρησης μισθωμάτων, η διαδικασία ξεκινά με έγγραφη όχληση που επιδίδεται από δικαστικό επιμελητή, και πρέπει να έχουν περάσει τουλάχιστον δεκαπέντε ημέρες από αυτήν την επίδοση μέχρι την κατάθεση της αίτησης. Αν ο μισθωτής πληρώσει μέσα σε αυτό το δεκαπενθήμερο, η διαδικασία σταματά, εκτός αν πρόκειται για επανειλημμένη δυστροπία, οπότε δεν χρειάζεται καν νέα όχληση για να προχωρήσει η υπόθεση τον επόμενο μήνα που θα καθυστερήσει ξανά το ενοίκιο.

Στην περίπτωση λήξης της μίσθωσης, οι προθεσμίες είναι αναγκαστικά μεγαλύτερες, ακριβώς για να έχει ο μισθωτής εύλογο χρόνο να βρει νέα στέγη. Ο ιδιοκτήτης πρέπει να επιδώσει εξώδικη πρόσκληση απόδοσης του ακινήτου τουλάχιστον τρεις μήνες πριν από τη λήξη της μίσθωσης, και η αναγκαστική εκτέλεση, αν χρειαστεί να φτάσουμε ως εκεί, μπορεί να ξεκινήσει μόνο δύο μήνες μετά την επίδοση της διαταγής στον μισθωτή. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι η όλη διαδικασία, από την πρώτη όχληση μέχρι την πραγματική ανάκτηση του ακινήτου, διαρκεί περίπου έξι μήνες, χωρίς να υπολογίζονται τυχόν αργίες ή θερινές διακοπές που μπορεί να την επιμηκύνουν λίγο ακόμη.

Σε κάθε περίπτωση, ο μισθωτής διατηρεί δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής μέσα σε δεκαπέντε εργάσιμες ημέρες, αν θεωρεί ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις ή ότι η διαδικασία δεν τηρήθηκε σωστά. Η απλή δυσαρέσκεια ή η οικονομική δυσχέρεια του μισθωτή, όμως, δεν αρκούν από μόνες τους για να ανατρέψουν τη διαδικασία, εφόσον όλα έχουν γίνει νόμιμα.

Τι μπορεί να ζητήσει ο ιδιοκτήτης

Η διαταγή δεν περιορίζεται στην απλή ανάκτηση του ακινήτου. Συνήθως ζητείται παράλληλα και η καταβολή των οφειλόμενων μισθωμάτων, οι τόκοι υπερημερίας, τα κοινόχρηστα που τυχόν βαρύνουν τον μισθωτή, καθώς και τα δικαστικά έξοδα. Έτσι ο ιδιοκτήτης μπορεί, με μία και μόνη διαδικασία, να πετύχει τόσο την επιστροφή του ακινήτου όσο και την είσπραξη όσων του οφείλονται.

Αξίζει εδώ μια διευκρίνιση που μπερδεύει αρκετούς πελάτες: η διαταγή απόδοσης μισθίου δεν πρέπει να συγχέεται με τη διαταγή πληρωμής, που αφορά αμιγώς χρηματικές απαιτήσεις χωρίς το στοιχείο της απόδοσης του ακινήτου. Πρόκειται για δύο ξεχωριστά εργαλεία, με διαφορετικό κόστος αμοιβής του πιστοποιημένου δικηγόρου που τις εκδίδει — 300 ευρώ για τη διαταγή απόδοσης μισθίου, 400 ευρώ για τη διαταγή πληρωμής — και ο σωστός χειρισμός εξαρτάται από το τι ακριβώς χρειάζεται ο ιδιοκτήτης σε κάθε περίπτωση.

Τι δεν πρέπει να κάνει ο ιδιοκτήτης

Η εμπειρία δείχνει ότι πολλοί ιδιοκτήτες χάνουν πολύτιμο χρόνο περιμένοντας υποσχέσεις του μισθωτή ότι «θα πληρώσει τον επόμενο μήνα», με αποτέλεσμα οι οφειλές να μεγαλώνουν και η είσπραξή τους να γίνεται όλο και πιο δύσκολη. Άλλοι παρασύρονται στην αντίθετη κατεύθυνση και προσπαθούν να πιέσουν τον μισθωτή μόνοι τους, αλλάζοντας την κλειδαριά, κόβοντας το ρεύμα ή απομακρύνοντας τα προσωπικά του αντικείμενα. Τέτοιες ενέργειες είναι παράνομες και μπορούν να γυρίσουν μπούμερανγκ, δημιουργώντας αστική και ποινική ευθύνη για τον ίδιο τον ιδιοκτήτη. Η νόμιμη οδός είναι πάντα η ασφαλέστερη, και πλέον είναι και αρκετά γρηγορότερη απ’ ό,τι παλιά.

Η σημασία της έγκαιρης νομικής καθοδήγησης

Όσο νωρίτερα κινηθεί κανείς, τόσο μικρότερη είναι η οικονομική ζημία του. Η αναμονή, η προφορική συνεννόηση χωρίς αποδεικτικά στοιχεία, ή η καθυστέρηση στη λήψη μέτρων, συνήθως ωφελούν μόνο τον κακοπληρωτή μισθωτή. Με το νέο πλαίσιο, η σωστή επιλογή της διαδικασίας από την αρχή -αν δηλαδή πρόκειται για περίπτωση δυστροπίας ή για λήξη μίσθωσης- κάνει πραγματική διαφορά στον χρόνο και στο κόστος.

Το γραφείο μας αναλαμβάνει υποθέσεις μισθώσεων, διαταγών απόδοσης μισθίου και αναγκαστικής εκτέλεσης, με πλήρη γνώση και εξοικείωση στο νέο πλαίσιο που ισχύει από το 2026. Αναλαμβάνουμε την υπόθεση από την πρώτη όχληση μέχρι την πραγματική ανάκτηση του ακινήτου, με στόχο την ταχύτερη δυνατή και ασφαλέστερη λύση για τον εντολέα μας.

Επιμέλεια ανηλίκων μετά το διαζύγιο: Τι εξετάζει πραγματικά το δικαστήριο;

Ο χωρισμός ενός ζευγαριού αποτελεί αναμφίβολα μία δύσκολη και ιδιαίτερα φορτισμένη συναισθηματικά περίοδο. Όταν όμως υπάρχουν ανήλικα παιδιά, η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο σύνθετη, καθώς οι γονείς καλούνται να λάβουν αποφάσεις που θα επηρεάσουν καθοριστικά τη ζωή και την ανάπτυξή τους. Ένα από τα συνηθέστερα ερωτήματα που απασχολούν τους γονείς είναι ποιος θα έχει την επιμέλεια των παιδιών και με ποια κριτήρια θα αποφασίσει το δικαστήριο.

Στην πράξη, παρατηρείται συχνά η λανθασμένη αντίληψη ότι η επιμέλεια απονέμεται σχεδόν πάντοτε στη μητέρα ή ότι μετά τις πρόσφατες αλλαγές στο οικογενειακό δίκαιο υπάρχει υποχρεωτικά ίση κατανομή του χρόνου παραμονής του παιδιού με κάθε γονέα. Η πραγματικότητα, όμως, είναι πολύ διαφορετική. Ο νόμος 4800/2021 δεν καθιερώνει υποχρεωτική ισόχρονη κατανομή· προβλέπει μόνο ένα μαχητό τεκμήριο ότι ο γονέας με τον οποίο δεν διαμένει μόνιμα το παιδί έχει δικαίωμα επικοινωνίας τουλάχιστον στο 1/3 του συνολικού χρόνου του, χωρίς αυτό να σημαίνει αυτόματα ισόχρονη ή εναλλασσόμενη διαμονή.

Το συμφέρον του παιδιού αποτελεί τον βασικό κανόνα

Κάθε απόφαση που λαμβάνεται από το δικαστήριο έχει ως μοναδικό γνώμονα το συμφέρον του ανηλίκου. Δεν εξετάζεται ποιος γονέας έχει μεγαλύτερα εισοδήματα, ποιος διαθέτει μεγαλύτερη κατοικία ή ποιος επιθυμεί περισσότερο να έχει το παιδί μαζί του. Το δικαστήριο αναζητά τη λύση που θα εξασφαλίσει στο παιδί σταθερότητα, ασφάλεια και ομαλή ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη.

Το συμφέρον αυτό αξιολογείται σε κάθε υπόθεση ξεχωριστά. Δεν υπάρχουν τυποποιημένες λύσεις ούτε γενικοί κανόνες που εφαρμόζονται σε όλες τις οικογένειες.

Τι είναι η γονική μέριμνα και τι η επιμέλεια;

Πολλοί συγχέουν τις δύο έννοιες. Η γονική μέριμνα περιλαμβάνει το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των γονέων απέναντι στο παιδί, όπως η εκπαίδευση, η υγεία, η ανατροφή, η διαχείριση της περιουσίας του και η λήψη σημαντικών αποφάσεων για τη ζωή του.

Η επιμέλεια αποτελεί μέρος της γονικής μέριμνας και αφορά κυρίως την καθημερινή φροντίδα του παιδιού: με ποιον διαμένει, ποιος οργανώνει την καθημερινότητά του, ποιος το συνοδεύει στις δραστηριότητές του και ποιος καλύπτει τις καθημερινές του ανάγκες.

Μετά τον χωρισμό, οι γονείς εξακολουθούν κατά κανόνα να ασκούν από κοινού τη γονική μέριμνα, ακόμη και αν η επιμέλεια ανατεθεί κυρίως στον έναν από αυτούς.

Ποια στοιχεία λαμβάνει υπόψη το δικαστήριο;

Στις περισσότερες υποθέσεις το δικαστήριο εξετάζει:

ποιος γονέας ασχολούνταν ουσιαστικά με την καθημερινή φροντίδα του παιδιού πριν από τον χωρισμό, ποια είναι η σχέση του παιδιού με κάθε γονέα, την ηλικία και τις ιδιαίτερες ανάγκες του παιδιού, τη σταθερότητα του οικογενειακού περιβάλλοντος, την ψυχική και σωματική υγεία των γονέων, τις συνθήκες διαβίωσης, τη δυνατότητα συνεργασίας μεταξύ των γονέων, τυχόν περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας ή κακοποιητικής συμπεριφοράς, τη γνώμη του ίδιου του παιδιού, όταν η ηλικία και η ωριμότητά του το επιτρέπουν.

Καμία από τις παραπάνω παραμέτρους δεν είναι από μόνη της καθοριστική. Το δικαστήριο σχηματίζει συνολική εικόνα αξιολογώντας όλα τα αποδεικτικά στοιχεία.

Η συνεργασία των γονέων έχει ιδιαίτερη σημασία

Ένα στοιχείο που τα τελευταία χρόνια αξιολογείται όλο και περισσότερο είναι η δυνατότητα κάθε γονέα να συνεργάζεται με τον άλλον.

Το δικαστήριο δεν επιβραβεύει τον γονέα που δημιουργεί συνεχείς εντάσεις, εμποδίζει την επικοινωνία του παιδιού με τον άλλο γονέα ή επιχειρεί να επηρεάσει αρνητικά το παιδί εναντίον του.

Αντίθετα, ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στην ικανότητα του κάθε γονέα να προάγει την ομαλή σχέση του παιδιού και με τους δύο γονείς, καθώς αυτό θεωρείται βασικό στοιχείο της υγιούς ανάπτυξής του.

Η επικοινωνία δεν αποτελεί «ανταμοιβή»

Ένα από τα μεγαλύτερα λάθη που παρατηρούνται στην πράξη είναι η χρήση της επικοινωνίας ως μέσο πίεσης.

Η επικοινωνία του παιδιού με τον γονέα που δεν διαμένει μαζί του αποτελεί δικαίωμα του ίδιου του παιδιού και όχι προνόμιο του γονέα.

Η άρνηση επικοινωνίας χωρίς σοβαρό λόγο μπορεί να δημιουργήσει σημαντικά προβλήματα τόσο στη δικαστική κρίση όσο και στη μελλοντική σχέση του παιδιού με τον γονέα του.

Η διατροφή αποτελεί διαφορετικό ζήτημα

Συχνά οι γονείς θεωρούν ότι εάν δεν καταβάλλεται διατροφή μπορούν να διακόψουν την επικοινωνία ή αντίστροφα.

Η αντίληψη αυτή είναι νομικά εσφαλμένη.

Η διατροφή και η επικοινωνία αποτελούν δύο εντελώς διαφορετικά δικαιώματα και υποχρεώσεις.

Ο γονέας που δεν καταβάλλει τη διατροφή μπορεί να αντιμετωπίσει αστικές και ποινικές συνέπειες, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι χάνει αυτομάτως το δικαίωμα επικοινωνίας με το παιδί του.

Αντίστοιχα, η παρεμπόδιση της επικοινωνίας δεν απαλλάσσει τον υπόχρεο από την υποχρέωση καταβολής διατροφής.

Η σημασία των ασφαλιστικών μέτρων

Σε πολλές περιπτώσεις απαιτείται άμεση δικαστική παρέμβαση.

Μέσω της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων το δικαστήριο μπορεί να ρυθμίσει προσωρινά ζητήματα επιμέλειας, επικοινωνίας και διατροφής μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση.

Η σωστή προετοιμασία του φακέλου, η συλλογή αποδεικτικών στοιχείων και η έγκαιρη νομική συμβουλή είναι καθοριστικής σημασίας, καθώς οι προσωρινές ρυθμίσεις επηρεάζουν συχνά και την τελική έκβαση της υπόθεσης.

Τι πρέπει να αποφεύγουν οι γονείς

Η εμπειρία δείχνει ότι ορισμένες συμπεριφορές λειτουργούν τελικά εις βάρος τόσο των ίδιων όσο και των παιδιών.

Είναι σημαντικό να αποφεύγονται:

οι προσβολές του άλλου γονέα μπροστά στο παιδί, η εμπλοκή του παιδιού στις δικαστικές διαφορές, η άσκηση πίεσης ώστε το παιδί να επιλέξει γονέα, η άρνηση επικοινωνίας χωρίς σοβαρό λόγο, η καταγραφή ή δημοσίευση προσωπικών στιγμών του παιδιού στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με σκοπό τη δημιουργία αποδεικτικών στοιχείων.

Οι πρακτικές αυτές όχι μόνο επιβαρύνουν ψυχολογικά το παιδί αλλά αξιολογούνται και αρνητικά από τα δικαστήρια.

Κάθε υπόθεση είναι μοναδική

Δεν υπάρχουν δύο ίδιες οικογένειες.

Για τον λόγο αυτό δεν υπάρχουν ούτε έτοιμες λύσεις.

Η σωστή αντιμετώπιση κάθε υπόθεσης απαιτεί προσεκτική μελέτη των πραγματικών περιστατικών, αξιολόγηση των διαθέσιμων αποδεικτικών μέσων και εξατομικευμένη νομική στρατηγική.

Η έγκαιρη νομική καθοδήγηση μπορεί να συμβάλει όχι μόνο στην προστασία των δικαιωμάτων των γονέων αλλά κυρίως στη διασφάλιση της ομαλής ανάπτυξης του παιδιού.

Το γραφείο μας αναλαμβάνει υποθέσεις οικογενειακού δικαίου με ιδιαίτερη ευαισθησία και υπευθυνότητα, επιδιώκοντας κατά προτεραιότητα τη συναινετική επίλυση των διαφορών όταν αυτό είναι προς όφελος των μερών και κυρίως των παιδιών. Όταν όμως απαιτείται δικαστική προστασία, παρέχουμε ολοκληρωμένη νομική εκπροσώπηση σε υποθέσεις επιμέλειας, γονικής μέριμνας, επικοινωνίας, διατροφής, ασφαλιστικών μέτρων και διαζυγίων, με γνώμονα πάντοτε το συμφέρον του ανηλίκου και την αποτελεσματική προάσπιση των δικαιωμάτων των εντολέων μας.

Η Νόμιμη Μοίρα και η Κληρονομική Διαδοχή στο Νέο Δίκαιο: Τι αλλάζει από 16 Σεπτεμβρίου 2026

Στις 22 Μαΐου 2026 δημοσιεύθηκε ο νόμος 5303/2026, ο οποίος αντικαθιστά εξ ολοκλήρου το κληρονομικό δίκαιο που γνωρίζαμε μέχρι σήμερα. Οι νέες ρυθμίσεις θα ισχύσουν για κληρονομίες προσώπων που θα πεθάνουν από τις 16 Σεπτεμβρίου 2026 και μετά. Όσοι έχουν ήδη συντάξει διαθήκη ή σχεδιάζουν να το κάνουν, καλό είναι να γνωρίζουν τι αλλάζει, ώστε να προσαρμόσουν εγκαίρως τις επιλογές τους.

Η νόμιμη μοίρα αλλάζει χαρακτήρα, όχι ποσοστό

Πολλοί πιστεύουν ότι το νέο δίκαιο μειώνει ή αυξάνει το ποσοστό της νόμιμης μοίρας. Αυτό δεν ισχύει: το ποσοστό παραμένει το μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας, όπως και σήμερα. Αυτό που αλλάζει ριζικά είναι η νομική της φύση. Μέχρι σήμερα, ο μεριδούχος ήταν κληρονόμος και είχε δικαίωμα σε συγκεκριμένο μερίδιο επί της ίδιας της περιουσίας. Από τον Σεπτέμβριο, ο μεριδούχος δεν θα είναι πλέον κληρονόμος, αλλά δανειστής της κληρονομίας. Θα έχει δηλαδή χρηματική αξίωση κατά του κληρονόμου, την οποία θα πρέπει να διεκδικήσει με αγωγή στην τακτική διαδικασία, χωρίς να αναγράφεται στο κληρονομητήριο. Για να προστατευθεί αυτή η αξίωση, ο νόμος προβλέπει δικαίωμα εγγραφής υποθήκης και προνόμιο κατά την αναγκαστική εκτέλεση. Σε ειδικές περιπτώσεις, το δικαστήριο μπορεί ακόμη να διατάξει απόδοση συγκεκριμένου περιουσιακού στοιχείου αντί χρηματικού ποσού.

Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι όσοι θεωρούν ότι θίγεται η νόμιμη μοίρα τους θα πρέπει να είναι πιο προσεκτικοί με τις προθεσμίες, καθώς πλέον μιλάμε για ενοχική αξίωση που παραγράφεται.

Αναβαθμίζεται σημαντικά η θέση του συζύγου

Μία από τις πιο αισθητές αλλαγές αφορά τον επιζώντα σύζυγο. Στην εξ αδιαθέτου διαδοχή, το μερίδιό του αυξάνεται όταν συντρέχει με τέκνα: λαμβάνει το 1/3 αν υπάρχει ένα τέκνο και το 1/4 αν υπάρχουν δύο ή περισσότερα, ενώ μέχρι σήμερα λάμβανε πάντα το 1/4. Επιπλέον, ο σύζυγος αποκτά πλέον αποκλειστική κλήση στην 3η τάξη συγγενών, προηγούμενος των παππούδων και θείων, ενώ μέχρι σήμερα καλούνταν μόνο στην 5η τάξη. Αποκτά επίσης δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης της οικογενειακής στέγης για ένα έτος από τον θάνατο, και τη δυνατότητα να επιλέξει, αντί της κληρονομικής μερίδας, την επικαρπία σε περιουσιακά στοιχεία της κληρονομίας.

Κληρονομικά δικαιώματα και για συντρόφους σε ελεύθερη ένωση

Για πρώτη φορά αναγνωρίζονται κληρονομικά δικαιώματα σε πρόσωπα που συμβίωναν χωρίς γάμο, εφόσον η συμβίωση διήρκεσε τουλάχιστον τρία χρόνια πριν τον θάνατο, ή χωρίς χρονικό περιορισμό αν υπήρχαν κοινά τέκνα. Ο σύντροφος αποκτά δικαίωμα εξαιρέτου, αποκλειστική χρήση της οικογενειακής στέγης για ένα έτος, και, αν δεν υπάρχουν κληρονόμοι σε προηγούμενη τάξη, εξ αδιαθέτου κληρονομικό δικαίωμα στην 5η τάξη, κατόπιν δικαστικής αναγνώρισης.

Δύο νέοι θεσμοί: κληρονομικές συμβάσεις

Ο νόμος εισάγει δύο εργαλεία που δεν υπήρχαν μέχρι σήμερα στο ελληνικό δίκαιο:

Η κληρονομική σύμβαση αιτία θανάτου επιτρέπει σε κάποιον να εγκαταστήσει κληρονόμο, να συστήσει κληροδοσία ή να επιλέξει το εφαρμοστέο δίκαιο μέσω σύμβασης και όχι μόνο μέσω διαθήκης. Σε αντίθεση με τη διαθήκη, δεν ανακαλείται μονομερώς με μεταγενέστερη διάταξη τελευταίας βούλησης, παρά μόνο υπό αυστηρές προϋποθέσεις. Είναι ιδιαίτερα χρήσιμη σε περιπτώσεις οικογενειακών επιχειρήσεων ή όταν επιδιώκεται δεσμευτικός οικογενειακός σχεδιασμός.

Η σύμβαση παραίτησης από μελλοντικά κληρονομικά δικαιώματα επιτρέπει σε κάποιον να παραιτηθεί, ολικά ή μερικά, ακόμη και μόνο από τη νόμιμη μοίρα του, έναντι ή χωρίς αντάλλαγμα. Πρόκειται για χρήσιμο εργαλείο διευθέτησης κληρονομικών ζητημάτων ενόσω ζει ακόμη ο κληρονομούμενος.

Αλλαγές και στις διαθήκες

Η ιδιόγραφη διαθήκη γίνεται πιο ανθεκτική σε τυπικά ελαττώματα: λάθος ή ελλιπής χρονολογία δεν επιφέρει πλέον αυτόματα ακυρότητα. Παράλληλα, θεσπίζεται ειδική προστασία για νοσηλευόμενους, καθιστώντας άκυρη τη διαθήκη τους κατά το μέρος που εγκαθιστά κληρονόμους πρόσωπα συνδεδεμένα με το ίδρυμα περίθαλψης. Αλλάζει επίσης ριζικά η διαδικασία κήρυξης ιδιόγραφης διαθήκης ως κυρίας, η οποία πλέον γίνεται από συμβολαιογράφο με ένορκη εξέταση μαρτύρων και, σε ορισμένες περιπτώσεις, υποχρεωτική γραφολογική πραγματογνωμοσύνη.

Τι σημαίνει αυτό για εσάς

Στο γραφείο μας παρακολουθούμε στενά την εφαρμογή του νέου νόμου και βοηθάμε τους πελάτες μας να αναθεωρήσουν διαθήκες, να εξετάσουν τη χρησιμότητα κληρονομικής σύμβασης ή σύμβασης παραίτησης, και να κατανοήσουν πώς επηρεάζεται η θέση τους ως μεριδούχων ή κληρονόμων. Αν έχετε ήδη συντάξει διαθήκη ή σχεδιάζετε κληρονομικό προγραμματισμό, είναι η κατάλληλη στιγμή να μιλήσουμε.