Τα νέα μας

Κληρονομιά από την Αυστραλία στην Ελλάδα: Τα συνηθέστερα προβλήματα όταν οι κληρονόμοι ζουν στο εξωτερικό

Τα τελευταία χρόνια ολοένα και περισσότερες οικογένειες που ζουν μόνιμα στην Αυστραλία καλούνται να διαχειριστούν κληρονομικές υποθέσεις στην Ελλάδα. Πρόκειται κυρίως για απογόνους Ελλήνων μεταναστών, οι οποίοι γεννήθηκαν ή μεγάλωσαν στην Αυστραλία, δεν διαθέτουν ελληνικό Α.Φ.Μ., δεν έχουν ποτέ ασχοληθεί με την ελληνική δημόσια διοίκηση και πολλές φορές αγνοούν ακόμη και ποια ακριβώς ακίνητα ανήκαν στους γονείς ή στους παππούδες τους.

Η εικόνα που έχουν οι περισσότεροι είναι ότι η διαδικασία περιορίζεται στην υπογραφή ενός συμβολαίου αποδοχής κληρονομίας. Στην πραγματικότητα, όμως, οι διεθνείς κληρονομικές υποθέσεις απαιτούν συστηματική έρευνα και συντονισμό πολλών διαφορετικών ενεργειών, ιδίως όταν η περιουσία βρίσκεται στην Ελλάδα αλλά οι κληρονόμοι κατοικούν στην άλλη άκρη του κόσμου.

Στην καθημερινή δικηγορική πρακτική διαπιστώνουμε ότι αρκετές φορές το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι η ίδια η κληρονομία, αλλά η εξακρίβωση του τι ακριβώς ανήκε στον θανόντα και με ποιον τρόπο αποκτήθηκε.

Μία χαρακτηριστική περίπτωση

Το γραφείο μας χειρίζεται υπόθεση οικογένειας Ελλήνων που μετανάστευσαν πριν από πολλές δεκαετίες στην Αυστραλία.

Οι κληρονόμοι γεννήθηκαν και κατοικούν μόνιμα εκεί. Δεν διαθέτουν ελληνικό Α.Φ.Μ., δεν είχαν προηγούμενη επαφή με το ελληνικό φορολογικό σύστημα και γνώριζαν μόνο προφορικά ότι οι γονείς τους είχαν στην Ελλάδα αρκετά αγροτεμάχια και ορισμένα αστικά ακίνητα.

Κατά τον αρχικό έλεγχο, διαπιστώθηκαν ζητήματα που δεν ήταν γνωστά ούτε στους ίδιους.

Ορισμένα ακίνητα που θεωρούσαν ότι ανήκαν στην οικογένεια δεν εμφανίζονταν ούτε στο Κτηματολόγιο ούτε στις φορολογικές δηλώσεις.

Για άλλα υπήρχαν μόνο προφορικές αναφορές χωρίς να εντοπίζονται συμβόλαια.

Σε μία περίπτωση υπήρχε αγροτεμάχιο που εκμισθωνόταν και δηλωνόταν φορολογικά, χωρίς όμως να έχει εντοπισθεί ακόμη ο τίτλος κτήσης.

Παράλληλα, διαπιστώθηκε ότι ο γάμος των γονέων δεν είχε ποτέ δηλωθεί στην Ελλάδα, γεγονός που δημιουργούσε πρόσθετα διαδικαστικά ζητήματα κατά την απόδειξη της οικογενειακής κατάστασης.

Πρόκειται για προβλήματα που εμφανίζονται πολύ συχνότερα απ’ όσο πιστεύει κανείς.

Η πρώτη εργασία δεν είναι η αποδοχή της κληρονομίας

Πριν συνταχθεί οποιοδήποτε συμβόλαιο, προηγείται ένας πλήρης νομικός έλεγχος.

Εξετάζονται:

  • ποιοι είναι οι πραγματικοί κληρονόμοι,
  • εάν υπάρχει διαθήκη,
  • ποια ακίνητα ανήκαν πράγματι στον θανόντα,
  • εάν υπάρχουν τίτλοι ιδιοκτησίας,
  • εάν τα ακίνητα έχουν δηλωθεί στο Κτηματολόγιο,
  • εάν εμφανίζονται στο Ε9,
  • εάν υπάρχουν εκκρεμείς μεταγραφές,
  • εάν υπάρχουν υποθήκες ή κατασχέσεις,
  • εάν υπάρχουν φορολογικές εκκρεμότητες.

Πολύ συχνά η εικόνα που έχει η οικογένεια δεν ταυτίζεται με τη νομική πραγματικότητα.

Όταν δεν υπάρχουν συμβόλαια

Ένα από τα συνηθέστερα προβλήματα αφορά την απώλεια τίτλων.

Σε πολλές οικογένειες τα συμβόλαια έχουν χαθεί, δεν γνωρίζει κανείς σε ποιον συμβολαιογράφο συντάχθηκαν ή δεν υπάρχει καν βεβαιότητα ότι είχαν ποτέ μεταγραφεί.

Σε άλλες περιπτώσεις η κυριότητα στηρίζεται σε παλαιές διανομές, προίκες ή χρησικτησία.

Η διερεύνηση αυτών των ζητημάτων απαιτεί έρευνα στα αρχεία των Υποθηκοφυλακείων, του Κτηματολογίου, των συμβολαιογράφων και πολλές φορές ακόμη και σε παλαιά δικαστικά έγγραφα.

Το Κτηματολόγιο μπορεί να κρύβει δυσάρεστες εκπλήξεις

Δεν είναι λίγες οι φορές που οι κληρονόμοι πληροφορούνται ότι κάποιο ακίνητο δεν δηλώθηκε ποτέ στο Κτηματολόγιο ή εμφανίζεται ως «Αγνώστου Ιδιοκτήτη».

Σε άλλες περιπτώσεις δεν έχει ανοιχθεί καν κτηματολογική μερίδα στο όνομα του θανόντος.

Υπάρχουν επίσης περιπτώσεις όπου το ακίνητο εμφανίζεται με διαφορετικό εμβαδόν από αυτό που αναφέρει το συμβόλαιο ή έχει δηλωθεί από άλλο πρόσωπο.

Κάθε τέτοιο ζήτημα πρέπει να επιλυθεί πριν από την ολοκλήρωση της αποδοχής της κληρονομίας.

Η σημασία του Ε9 και των φορολογικών δηλώσεων

Πολλοί θεωρούν ότι εφόσον ένα ακίνητο δεν εμφανίζεται στο Ε9, δεν ανήκει στον θανόντα.

Η πραγματικότητα είναι διαφορετική.

Το Ε9 αποτελεί σημαντικό αποδεικτικό στοιχείο, αλλά δεν δημιουργεί ούτε καταργεί δικαιώματα κυριότητας.

Έχουν υπάρξει περιπτώσεις όπου ακίνητα μεγάλης αξίας δεν είχαν δηλωθεί ποτέ φορολογικά, ενώ σε άλλες περιπτώσεις δηλώνονταν στο Ε2 επειδή εκμισθώνονταν, χωρίς να υπάρχει αντίστοιχη εγγραφή στο Ε9.

Για τον λόγο αυτό απαιτείται πάντοτε συνδυαστική αξιολόγηση όλων των στοιχείων.

Όταν οι κληρονόμοι ζουν στην Αυστραλία

Η απόσταση δεν αποτελεί πλέον εμπόδιο.

Με τη σωστή οργάνωση μπορούν να ολοκληρωθούν σχεδόν όλες οι διαδικασίες μέσω ειδικών πληρεξουσίων και ηλεκτρονικής επικοινωνίας.

Το γραφείο μας αναλαμβάνει τον συντονισμό όλων των απαιτούμενων ενεργειών στην Ελλάδα, ώστε οι κληρονόμοι να μην χρειάζεται να πραγματοποιούν επανειλημμένα ταξίδια για κάθε επιμέρους διαδικασία.

Η σωστή προετοιμασία εξοικονομεί χρόνο και χρήμα

Η διεθνής εμπειρία έχει δείξει ότι η βιαστική υπογραφή μιας αποδοχής κληρονομίας χωρίς προηγούμενο πλήρη έλεγχο μπορεί να δημιουργήσει σημαντικά προβλήματα στο μέλλον.

Η διερεύνηση των τίτλων, η αποτύπωση της πραγματικής περιουσιακής κατάστασης, ο έλεγχος του Κτηματολογίου και η αξιολόγηση των φορολογικών δεδομένων αποτελούν αναγκαία στάδια κάθε σοβαρής κληρονομικής υπόθεσης.

Το δικηγορικό μας γραφείο

Το δικηγορικό μας γραφείο διαθέτει εμπειρία στη διαχείριση διεθνών κληρονομικών υποθέσεων με κληρονόμους που κατοικούν μόνιμα στην Αυστραλία. Αναλαμβάνουμε την πλήρη διερεύνηση της κληρονομιαίας περιουσίας, τον έλεγχο τίτλων, τη συγκέντρωση των απαιτούμενων εγγράφων, την έκδοση ελληνικού Α.Φ.Μ., την εκπροσώπηση ενώπιον των ελληνικών αρχών, τη συνεργασία με συμβολαιογράφους, λογιστές και μηχανικούς, καθώς και την ολοκλήρωση της αποδοχής κληρονομίας και των κτηματολογικών διαδικασιών, με στόχο την ασφαλή και αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων των κληρονόμων, ακόμη και όταν αυτοί βρίσκονται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την Ελλάδα.

Αγόρασα ακίνητο, πλήρωσα ολόκληρο το τίμημα, αλλά ο πωλητής δεν υπέγραψε ποτέ το οριστικό συμβόλαιο. Χάνεται το ακίνητο;

Στην ελληνική πραγματικότητα δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου μία αγοραπωλησία ακινήτου δεν ολοκληρώνεται ποτέ, παρά το γεγονός ότι ο αγοραστής έχει ήδη καταβάλει το σύνολο ή το μεγαλύτερο μέρος του τιμήματος.

Πολλές φορές υπάρχει μόνο ένα προσύμφωνο. Άλλοτε υπάρχει ένα ιδιωτικό συμφωνητικό. Σε αρκετές περιπτώσεις υπάρχουν μόνο αποδείξεις πληρωμών ή μάρτυρες που γνωρίζουν τη συμφωνία των μερών.

Τα προβλήματα συνήθως εμφανίζονται όταν ο πωλητής αλλάζει γνώμη, όταν αποβιώσει πριν υπογραφεί το οριστικό συμβόλαιο ή όταν οι κληρονόμοι του αρνούνται να ολοκληρώσουν τη μεταβίβαση.

Το γεγονός αυτό δημιουργεί εύλογη ανασφάλεια στον αγοραστή, ο οποίος πολλές φορές θεωρεί ότι έχασε και τα χρήματά του και το ακίνητο.

Η πραγματικότητα όμως δεν είναι πάντοτε αυτή.


Το προσύμφωνο δεν είναι ένα απλό χαρτί

Ένα συμβολαιογραφικό προσύμφωνο δημιουργεί συγκεκριμένες υποχρεώσεις.

Με αυτό τα μέρη δεσμεύονται ότι θα προχωρήσουν στο μέλλον στην κατάρτιση της οριστικής σύμβασης μεταβίβασης.

Εάν ο ένας από τους συμβαλλόμενους αρνηθεί αδικαιολόγητα να υπογράψει το οριστικό συμβόλαιο, ο άλλος δεν μένει χωρίς προστασία.

Ο νόμος παρέχει τη δυνατότητα να ζητηθεί από το δικαστήριο η αναπλήρωση της δήλωσης βουλήσεως του αρνούμενου συμβαλλομένου, ώστε η δικαστική απόφαση να υποκαταστήσει την υπογραφή του.


Τι συμβαίνει αν ο πωλητής πεθάνει;

Ένα από τα δυσκολότερα ζητήματα είναι ο θάνατος του πωλητή πριν από την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου.

Πολλοί πιστεύουν ότι η συμφωνία παύει να ισχύει.

Στην πραγματικότητα, η κατάσταση εξαρτάται από τα πραγματικά περιστατικά και το περιεχόμενο της συμφωνίας.

Σε αρκετές περιπτώσεις οι υποχρεώσεις του πωλητή μεταβιβάζονται στους κληρονόμους του, οι οποίοι υπεισέρχονται στη θέση του.

Αν όμως αρνηθούν να συνεργαστούν, μπορεί να απαιτηθεί δικαστική διαδικασία για την ολοκλήρωση της μεταβίβασης.


Όταν υπάρχει αμετάκλητο πληρεξούσιο

Στην πράξη συναντώνται αρκετές φορές συμβολαιογραφικά προσύμφωνα που συνοδεύονται από αμετάκλητο πληρεξούσιο προς τον αγοραστή ή τρίτο πρόσωπο.

Η ύπαρξη τέτοιου πληρεξουσίου μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική, ιδίως όταν ο πωλητής αποβιώσει ή μεταγενέστερα μεταβάλει τη στάση του.

Η ερμηνεία όμως του περιεχομένου του πληρεξουσίου απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή, καθώς κάθε υπόθεση παρουσιάζει διαφορετικά νομικά δεδομένα.


Δεν αρκεί να αποδείξετε ότι πληρώσατε

Ένα από τα μεγαλύτερα λάθη είναι η πεποίθηση ότι η απόδειξη της πληρωμής αρκεί από μόνη της.

Το δικαστήριο εξετάζει συνολικά:

  • το προσύμφωνο,
  • τους όρους του,
  • τις πληρωμές,
  • την πραγματική βούληση των συμβαλλομένων,
  • τη συμπεριφορά τους μετά τη συμφωνία,
  • τυχόν μεταγενέστερες πράξεις.

Κάθε στοιχείο μπορεί να αποδειχθεί κρίσιμο.


Τα προβλήματα εμφανίζονται πολλά χρόνια αργότερα

Στις περισσότερες υποθέσεις η διαφορά δεν δημιουργείται αμέσως.

Ο αγοραστής χρησιμοποιεί το ακίνητο επί σειρά ετών χωρίς πρόβλημα.

Ξαφνικά όμως:

  • πεθαίνει ο πωλητής,
  • εμφανίζονται οι κληρονόμοι,
  • επιχειρείται νέα πώληση,
  • γίνεται αποδοχή κληρονομίας,
  • αποκαλύπτεται ότι η κυριότητα δεν μεταβιβάστηκε ποτέ.

Τότε διαπιστώνεται ότι η υπόθεση είναι πολύ πιο σύνθετη από όσο φαινόταν αρχικά.


Η σχέση με το Κτηματολόγιο

Η μη ολοκλήρωση της μεταβίβασης δημιουργεί συχνά προβλήματα και στο Ελληνικό Κτηματολόγιο.

Το ακίνητο μπορεί να εξακολουθεί να εμφανίζεται στο όνομα του αρχικού ιδιοκτήτη, παρά το γεγονός ότι ο αγοραστής το κατέχει επί δεκαετίες.

Σε ορισμένες περιπτώσεις απαιτείται πρώτα η επίλυση της διαφοράς και στη συνέχεια η διόρθωση των κτηματολογικών εγγραφών.


Παράδειγμα από τη δικηγορική πρακτική

Το γραφείο μας χειρίζεται υπόθεση στην οποία ο αγοραστής είχε συνάψει συμβολαιογραφικό προσύμφωνο αγοράς αποθήκης, είχε εξοφλήσει το συμφωνημένο τίμημα και είχε λάβει αμετάκλητο πληρεξούσιο για την ολοκλήρωση της μεταβίβασης. Πριν υπογραφεί το οριστικό συμβόλαιο, ο πωλητής απεβίωσε και οι κληρονόμοι του δεν προχώρησαν στην εκπλήρωση της συμφωνίας. Μετά από πλήρη αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών και των συμβολαιογραφικών εγγράφων, κινήθηκαν οι κατάλληλες δικαστικές ενέργειες για την προστασία των δικαιωμάτων του αγοραστή και την ολοκλήρωση της μεταβίβασης σύμφωνα με τον νόμο.


Μπορεί να λυθεί εξωδικαστικά;

Σε αρκετές περιπτώσεις ναι.

Εφόσον υπάρχει διάθεση συνεργασίας από όλους τους εμπλεκόμενους, η υπόθεση μπορεί να ολοκληρωθεί χωρίς μακροχρόνια δικαστική διαμάχη.

Όταν όμως υπάρχει άρνηση ή αμφισβήτηση των δικαιωμάτων του αγοραστή, η προσφυγή στη δικαιοσύνη αποτελεί συχνά τη μόνη αποτελεσματική λύση.


Συμπέρασμα

Η αγορά ακινήτου δεν ολοκληρώνεται με την καταβολή του τιμήματος αλλά με τη νόμιμη μεταβίβαση της κυριότητας. Όταν η διαδικασία διακοπεί λόγω άρνησης του πωλητή ή θανάτου του πριν από την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, ο αγοραστής δεν στερείται κατ’ ανάγκη της νομικής προστασίας που του παρέχει ο νόμος. Η έγκαιρη αξιολόγηση των εγγράφων και η επιλογή της κατάλληλης δικαστικής ή εξωδικαστικής στρατηγικής είναι καθοριστικής σημασίας για την προάσπιση των δικαιωμάτων του.

Το δικηγορικό μας γραφείο

Το δικηγορικό μας γραφείο αναλαμβάνει υποθέσεις που αφορούν συμβολαιογραφικά προσύμφωνα, αναπλήρωση δήλωσης βουλήσεως, αθέτηση υποχρέωσης μεταβίβασης ακινήτων, διαφορές μεταξύ αγοραστών και κληρονόμων πωλητών, καθώς και συναφείς κτηματολογικές και εμπράγματες διαφορές. Κάθε υπόθεση εξετάζεται εξατομικευμένα, με στόχο την ασφαλή κατοχύρωση των δικαιωμάτων του εντολέα και την ολοκλήρωση της συναλλαγής σύμφωνα με το ισχύον δίκαιο.

Κληρονομιά μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας: Τι συμβαίνει όταν οι κληρονόμοι ζουν στο εξωτερικό και η περιουσία βρίσκεται στην Ελλάδα;

Τα τελευταία χρόνια αυξάνονται συνεχώς οι κληρονομικές υποθέσεις με διεθνή στοιχεία. Χιλιάδες Έλληνες που μετανάστευσαν στη Γερμανία τις προηγούμενες δεκαετίες δημιούργησαν εκεί οικογένειες, απέκτησαν περιουσία, αλλά διατήρησαν παράλληλα ακίνητα στην Ελλάδα. Αντίστοιχα, δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις αλλοδαπών που εγκαταστάθηκαν μόνιμα στη χώρα μας, παντρεύτηκαν Έλληνες πολίτες και απέκτησαν εδώ την κύρια κατοικία τους.

Όταν επέρχεται ο θάνατος ενός από τα πρόσωπα αυτά, οι συγγενείς έρχονται αντιμέτωποι με ένα σύνθετο πλέγμα ελληνικού, ευρωπαϊκού και πολλές φορές γερμανικού δικαίου. Συχνά πιστεύουν ότι η διαδικασία είναι μία απλή αποδοχή κληρονομίας ενώπιον συμβολαιογράφου. Στην πράξη όμως, οι διεθνείς κληρονομικές υποθέσεις απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή, καθώς ακόμη και μικρές παραλείψεις μπορεί να οδηγήσουν σε σημαντικές καθυστερήσεις ή σε σοβαρές φορολογικές και περιουσιακές συνέπειες.

Μία χαρακτηριστική περίπτωση

Πρόσφατα το γραφείο μας ανέλαβε μία ιδιαίτερα σύνθετη υπόθεση με στοιχεία τόσο ελληνικού όσο και γερμανικού δικαίου.

Η αποβιώσασα ήταν Γερμανίδα υπήκοος, η οποία είχε εγκατασταθεί μόνιμα στην Ελλάδα πριν από αρκετές δεκαετίες και είχε παντρευτεί Έλληνα πολίτη. Ο σύζυγός της είχε ήδη αποβιώσει.

Η οικογένεια αποτελείτο από:

  • δύο κόρες της αποβιώσασας, οι οποίες κατοικούν μόνιμα στη Γερμανία,
  • μία κόρη του συζύγου της από προηγούμενο γάμο, η οποία κατοικεί στην Ελλάδα.

Ο αποβιώσας σύζυγος είχε συντάξει δημόσια διαθήκη, με την οποία κατέλειπε στην σύζυγό του την επικαρπία όλων των ακινήτων του, ενώ όριζε ότι μετά τον θάνατό της η πλήρης κυριότητα θα περιέλθει ισομερώς στις τρεις κόρες.

Με τον θάνατο της επικαρπώτριας συζύγου δημιουργήθηκαν μία σειρά από νομικά ζητήματα που δεν περιορίζονται στην απλή αποδοχή κληρονομίας.

Ποιο δίκαιο εφαρμόζεται;

Ένα από τα πρώτα ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν είναι ποιο δίκαιο διέπει την κληρονομική διαδοχή.

Δεν αρκεί η υπηκοότητα.

Ούτε αρκεί ο τόπος όπου βρίσκονται τα ακίνητα.

Στις περισσότερες διεθνείς κληρονομικές υποθέσεις εφαρμόζεται ο Κανονισμός (ΕΕ) 650/2012, σύμφωνα με τον οποίο κρίσιμο στοιχείο είναι κατά κανόνα η τελευταία συνήθης διαμονή του θανόντος.

Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι καθοριστική, διότι επηρεάζει:

  • το εφαρμοστέο κληρονομικό δίκαιο,
  • το αρμόδιο δικαστήριο,
  • την αναγνώριση αλλοδαπών εγγράφων,
  • την έκδοση ευρωπαϊκού κληρονομητηρίου,
  • την αντιμετώπιση της διαθήκης.

Η αξιολόγηση αυτή πρέπει να γίνεται πριν από οποιαδήποτε ενέργεια.

Η σημασία της διαθήκης

Στην υπόθεσή μας υπήρχε δημόσια διαθήκη του συζύγου.

Η διαθήκη είχε οργανώσει τη διαδοχή κατά τρόπο που διαχώριζε την επικαρπία από την ψιλή κυριότητα.

Με τον θάνατο της συζύγου, η επικαρπία αποσβέστηκε αυτοδικαίως και οι ψιλές κυριότητες συνενώθηκαν με αυτήν, με αποτέλεσμα οι τρεις κόρες να αποκτήσουν πλήρη κυριότητα στα ακίνητα σύμφωνα με τους όρους της διαθήκης.

Η εξέλιξη αυτή, αν και φαίνεται απλή, απαιτεί σειρά νομικών ενεργειών ώστε να αποτυπωθεί σωστά τόσο στα συμβολαιογραφικά έγγραφα όσο και στο Ελληνικό Κτηματολόγιο.

Όταν οι κληρονόμοι κατοικούν στο εξωτερικό

Η ύπαρξη κατοικίας στη Γερμανία δημιουργεί επιπλέον πρακτικές δυσκολίες.

Συχνά απαιτούνται:

  • έκδοση ελληνικού Α.Φ.Μ.,
  • ορισμός φορολογικού εκπροσώπου,
  • εξουσιοδοτήσεις και πληρεξούσια,
  • συλλογή γερμανικών ληξιαρχικών εγγράφων,
  • μετάφραση και επισημείωση (Apostille), όπου απαιτείται,
  • συντονισμός με συμβολαιογράφους και λογιστές σε δύο διαφορετικές χώρες.

Η σωστή οργάνωση της διαδικασίας επιτρέπει πολλές φορές την ολοκλήρωση της υπόθεσης χωρίς να απαιτούνται επανειλημμένα ταξίδια των κληρονόμων στην Ελλάδα.

Το Κτηματολόγιο

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά και ο έλεγχος των ακινήτων.

Πριν από οποιαδήποτε αποδοχή εξετάζονται:

  • οι τίτλοι ιδιοκτησίας,
  • οι μεταγραφές,
  • οι εγγραφές στο Κτηματολόγιο,
  • τυχόν υποθήκες ή κατασχέσεις,
  • η πολεοδομική κατάσταση,
  • οι δηλώσεις Ε9.

Δεν είναι σπάνιο να διαπιστωθούν αποκλίσεις μεταξύ των συμβολαίων, του Κτηματολογίου και των φορολογικών δηλώσεων, οι οποίες πρέπει να αντιμετωπισθούν πριν από την ολοκλήρωση της αποδοχής.

Η φορολογία δεν είναι το μοναδικό ζήτημα

Πολλοί κληρονόμοι θεωρούν ότι η υπόθεση περιορίζεται στον φόρο κληρονομίας.

Στην πραγματικότητα, απαιτείται συνολικός σχεδιασμός.

Πρέπει να εξετασθούν:

  • η αποδοχή ή αποποίηση της κληρονομίας,
  • η ύπαρξη τραπεζικών καταθέσεων,
  • τυχόν εκκρεμείς οφειλές,
  • μισθωμένα ακίνητα,
  • εκκρεμείς δικαστικές διαφορές,
  • η φορολογική εικόνα του θανόντος,
  • η μεταγενέστερη διαχείριση των ακινήτων.

Γιατί κάθε διεθνής κληρονομική υπόθεση είναι διαφορετική

Δεν υπάρχουν δύο ίδιες υποθέσεις.

Η υπηκοότητα, η τελευταία κατοικία, ο τόπος όπου βρίσκονται τα ακίνητα, η ύπαρξη ή μη διαθήκης, οι οικογενειακές σχέσεις και η περιουσιακή κατάσταση δημιουργούν κάθε φορά διαφορετικά νομικά δεδομένα.

Για τον λόγο αυτό δεν είναι ασφαλές να εφαρμόζονται γενικές οδηγίες ή πληροφορίες που βρίσκει κανείς στο διαδίκτυο.

Κάθε υπόθεση πρέπει να εξετάζεται εξατομικευμένα.

Η σημασία της σωστής προετοιμασίας

Στις διεθνείς κληρονομικές υποθέσεις, η επιτυχία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την προετοιμασία.

Η συγκέντρωση των εγγράφων, η επιλογή της κατάλληλης διαδικασίας, ο έλεγχος του εφαρμοστέου δικαίου και ο συντονισμός όλων των εμπλεκομένων επαγγελματιών είναι στοιχεία που καθορίζουν τόσο τη διάρκεια όσο και την επιτυχία της διαδικασίας.

Η έγκαιρη νομική συμβουλή μπορεί να αποτρέψει σημαντικά λάθη και να εξασφαλίσει ότι η κληρονομική διαδοχή θα ολοκληρωθεί με ασφάλεια και χωρίς περιττές επιβαρύνσεις.

Το δικηγορικό μας γραφείο

Το δικηγορικό μας γραφείο διαθέτει εμπειρία στη διαχείριση διεθνών κληρονομικών υποθέσεων με στοιχεία ελληνικού και γερμανικού δικαίου. Αναλαμβάνουμε ολοκληρωμένα την εκπροσώπηση κατοίκων εξωτερικού σε υποθέσεις αποδοχής κληρονομίας, δημοσίευσης και ερμηνείας διαθηκών, έκδοσης κληρονομητηρίων, ελέγχου τίτλων, κτηματολογικών εγγραφών και φορολογικών διαδικασιών, σε συνεργασία με συμβολαιογράφους, λογιστές και λοιπούς επαγγελματίες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Στόχος μας είναι η ασφαλής και αποτελεσματική ολοκλήρωση κάθε υπόθεσης, με πλήρη ενημέρωση του εντολέα σε κάθε στάδιο της διαδικασίας.

Δικαστική Συμπαράσταση: Η αναγκαία νομική προστασία για πρόσωπα που αδυνατούν να διαχειριστούν τις υποθέσεις τους

Η πρόοδος της ιατρικής και η αύξηση του προσδόκιμου ζωής έχουν ως αποτέλεσμα ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι να φθάνουν σε προχωρημένη ηλικία. Παράλληλα όμως αυξάνονται και οι περιπτώσεις ατόμων που πάσχουν από άνοια, νόσο Alzheimer, σοβαρές ψυχικές διαταραχές ή άλλες παθήσεις που επηρεάζουν σημαντικά την ικανότητά τους να λαμβάνουν υπεύθυνες αποφάσεις για την προσωπική και περιουσιακή τους κατάσταση. Δεν είναι σπάνιες επίσης οι περιπτώσεις ανθρώπων που, ύστερα από σοβαρό ατύχημα ή εγκεφαλικό επεισόδιο, αδυνατούν πλέον να διαχειριστούν τις καθημερινές τους υποθέσεις.

Σε τέτοιες περιπτώσεις, η ελληνική έννομη τάξη προβλέπει τον θεσμό της δικαστικής συμπαράστασης, ο οποίος έχει ως σκοπό όχι τον περιορισμό της προσωπικότητας του ατόμου, αλλά την προστασία της αξιοπρέπειας, της περιουσίας και των δικαιωμάτων του. Πρόκειται για έναν θεσμό ιδιαίτερα σημαντικό, ο οποίος πολλές φορές αποτελεί τη μοναδική λύση ώστε να μπορέσει η οικογένεια να αντιμετωπίσει πρακτικά και νομικά προβλήματα που διαφορετικά παραμένουν άλυτα.

Τι είναι η δικαστική συμπαράσταση;

Η δικαστική συμπαράσταση είναι μία διαδικασία μέσω της οποίας το δικαστήριο ορίζει ένα πρόσωπο –τον δικαστικό συμπαραστάτη– προκειμένου να συνδράμει ή να εκπροσωπεί κάποιον που, λόγω της κατάστασης της υγείας του, δεν μπορεί να φροντίζει αποτελεσματικά τις προσωπικές ή περιουσιακές του υποθέσεις.

Δεν πρόκειται για τιμωρία ούτε για στέρηση δικαιωμάτων. Αντίθετα, αποτελεί μέτρο προστασίας του ίδιου του προσώπου από πράξεις που ενδεχομένως δεν αντιλαμβάνεται πλήρως ή από τρίτους που επιχειρούν να εκμεταλλευθούν την ευάλωτη κατάστασή του.

Η δικαστική συμπαράσταση μπορεί να είναι πλήρης ή μερική, ανάλογα με τον βαθμό στον οποίο το πρόσωπο αδυνατεί να διαχειριστεί τις υποθέσεις του. Το δικαστήριο δεν επιβάλλει πάντοτε τον ίδιο βαθμό περιορισμού, αλλά προσαρμόζει την απόφασή του στις πραγματικές ανάγκες κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης.

Πότε είναι αναγκαία;

Η ανάγκη υπαγωγής ενός προσώπου σε δικαστική συμπαράσταση εμφανίζεται συχνότερα στις εξής περιπτώσεις:

  • νόσος Alzheimer ή άλλες μορφές άνοιας,
  • σοβαρές ψυχικές παθήσεις,
  • βαριά νοητική αναπηρία,
  • σοβαρό εγκεφαλικό επεισόδιο,
  • τραυματισμός του εγκεφάλου μετά από ατύχημα,
  • προχωρημένες νευροεκφυλιστικές παθήσεις,
  • περιπτώσεις όπου η σωματική κατάσταση καθιστά αδύνατη την επικοινωνία και τη λήψη αποφάσεων.

Η μεγάλη ηλικία από μόνη της δεν αρκεί για να τεθεί κάποιος σε δικαστική συμπαράσταση. Απαιτείται να αποδειχθεί ότι το πρόσωπο αδυνατεί ουσιαστικά να φροντίσει τις υποθέσεις του.

Ποιος μπορεί να ζητήσει τη δικαστική συμπαράσταση;

Η σχετική αίτηση μπορεί να υποβληθεί από τα πρόσωπα που ορίζει ο νόμος, όπως ο ή η σύζυγος, τα παιδιά, οι γονείς ή άλλοι στενοί συγγενείς, καθώς και από τον αρμόδιο Εισαγγελέα όταν διαπιστώνεται ανάγκη προστασίας.

Στην πράξη, η διαδικασία ξεκινά συνήθως από τα παιδιά ενός ηλικιωμένου γονέα, όταν διαπιστώνουν ότι δεν μπορεί πλέον να διαχειριστεί μόνος του τραπεζικούς λογαριασμούς, ακίνητα, συντάξεις, φορολογικές υποχρεώσεις ή άλλες σημαντικές υποθέσεις.

Η διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου

Η δικαστική συμπαράσταση εκδικάζεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.

Η επιτυχής ολοκλήρωση της διαδικασίας προϋποθέτει σωστή προετοιμασία του φακέλου. Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι ιατρικές γνωματεύσεις, οι οποίες πρέπει να αποτυπώνουν με σαφήνεια την πραγματική κατάσταση της υγείας του προσώπου.

Το δικαστήριο εξετάζει όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, μπορεί να ακούσει μάρτυρες, να ζητήσει πραγματογνωμοσύνη ή ακόμη και να εξετάσει το ίδιο το πρόσωπο, εφόσον αυτό είναι εφικτό.

Στη συνέχεια αποφασίζει όχι μόνο εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή σε δικαστική συμπαράσταση, αλλά και ποιος είναι ο καταλληλότερος άνθρωπος για να αναλάβει τον ρόλο του δικαστικού συμπαραστάτη.

Ποιος μπορεί να διοριστεί δικαστικός συμπαραστάτης;

Κατά κανόνα επιλέγεται κάποιο πρόσωπο του στενού οικογενειακού περιβάλλοντος που εμπνέει εμπιστοσύνη και μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του ρόλου.

Το δικαστήριο εξετάζει μεταξύ άλλων:

  • τη σχέση εμπιστοσύνης με το προστατευόμενο πρόσωπο,
  • την προσωπικότητα του υποψηφίου,
  • τυχόν σύγκρουση συμφερόντων,
  • την ικανότητά του να διαχειριστεί υπεύθυνα την περιουσία και τις προσωπικές υποθέσεις του προστατευόμενου.

Η ιδιότητα του δικαστικού συμπαραστάτη συνεπάγεται σημαντικές ευθύνες. Δεν πρόκειται για απόλυτη εξουσία επί της περιουσίας του προστατευόμενου, αλλά για λειτούργημα που ασκείται υπό τον έλεγχο του δικαστηρίου.

Ποιες πράξεις απαιτούν δικαστική άδεια;

Για ορισμένες ιδιαίτερα σημαντικές πράξεις, όπως:

  • πώληση ακινήτου,
  • αποδοχή ή αποποίηση κληρονομίας,
  • σύναψη δανείου,
  • δωρεές,
  • συμβιβασμοί μεγάλης οικονομικής σημασίας,

δεν αρκεί η απόφαση του δικαστικού συμπαραστάτη. Απαιτείται προηγούμενη άδεια του δικαστηρίου, ώστε να διασφαλίζεται ότι κάθε ενέργεια εξυπηρετεί πραγματικά το συμφέρον του προστατευόμενου προσώπου.

Οι πρόσφατες νομοθετικές εξελίξεις

Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια σαφής μεταβολή στη φιλοσοφία του νομοθέτη ως προς την προστασία των ευάλωτων προσώπων.

Στο πλαίσιο αυτό προωθήθηκε τροποποίηση του άρθρου 1667 του Αστικού Κώδικα, με την οποία εγκαταλείπεται σταδιακά η παλαιότερη ορολογία που παρέπεμπε στην έννοια του «πάσχοντος» και υιοθετείται γλώσσα περισσότερο συμβατή με τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία, δίνοντας έμφαση στον σεβασμό της προσωπικότητας και της αξιοπρέπειας κάθε ανθρώπου.

Παράλληλα, οι πρόσφατες τροποποιήσεις του κληρονομικού δικαίου διευκρίνισαν σημαντικά ζητήματα που αφορούν τη σχέση της δικαστικής συμπαράστασης με τη σύνταξη διαθήκης. Πλέον αποσαφηνίζεται σε ποιες περιπτώσεις πρόσωπο που έχει υπαχθεί ή πρόκειται να υπαχθεί σε δικαστική συμπαράσταση μπορεί να συντάξει έγκυρη διαθήκη, ενώ προβλέπονται ειδικοί κανόνες για τις περιπτώσεις όπου η διαδικασία της συμπαράστασης βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη. Οι ρυθμίσεις αυτές έχουν ιδιαίτερη σημασία στις οικογένειες που επιθυμούν να οργανώσουν εγκαίρως την περιουσιακή τους διαδοχή και αναδεικνύουν τη στενή σύνδεση του θεσμού της δικαστικής συμπαράστασης με το σύγχρονο κληρονομικό δίκαιο.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα

Πρόσφατα το γραφείο μας χειρίστηκε υπόθεση ηλικιωμένης γυναίκας με προχωρημένη άνοια, η οποία διέθετε σημαντική ακίνητη περιουσία και τραπεζικές καταθέσεις. Τα παιδιά της αδυνατούσαν να πραγματοποιήσουν ακόμη και τις πιο απλές τραπεζικές συναλλαγές ή να προχωρήσουν στην αποδοχή κληρονομίας συγγενικού της προσώπου, καθώς δεν υπήρχε νόμιμη εκπροσώπηση.

Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας δικαστικής συμπαράστασης κατέστη δυνατή η νόμιμη διαχείριση της περιουσίας της, η τακτοποίηση των φορολογικών και κληρονομικών εκκρεμοτήτων και η αποτελεσματική προστασία των συμφερόντων της, χωρίς να δημιουργηθούν μελλοντικές αμφισβητήσεις ως προς το κύρος των σχετικών πράξεων.

Συχνές ερωτήσεις

Μπορώ να διαχειριστώ τον τραπεζικό λογαριασμό του πατέρα ή της μητέρας μου επειδή είμαι παιδί τους;

Όχι. Η συγγενική σχέση δεν παρέχει από μόνη της εξουσία εκπροσώπησης.

Μπορεί να πουληθεί ακίνητο προσώπου που βρίσκεται σε δικαστική συμπαράσταση;

Ναι, αλλά μόνο υπό τις προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος και, στις περισσότερες περιπτώσεις, κατόπιν προηγούμενης δικαστικής άδειας.

Πόσο διαρκεί η διαδικασία;

Η διάρκειά της εξαρτάται από τον φόρτο εργασίας του αρμόδιου δικαστηρίου, την πληρότητα του φακέλου και τις ιδιαιτερότητες κάθε υπόθεσης.

Συμπέρασμα

Η δικαστική συμπαράσταση δεν αποτελεί μια τυπική δικαστική διαδικασία. Είναι ένας θεσμός που αποσκοπεί στην ουσιαστική προστασία ανθρώπων οι οποίοι, εξαιτίας της κατάστασης της υγείας τους, αδυνατούν πλέον να προστατεύσουν οι ίδιοι τα συμφέροντά τους. Η έγκαιρη προσφυγή στη δικαιοσύνη μπορεί να αποτρέψει σοβαρά περιουσιακά προβλήματα, να προστατεύσει την αξιοπρέπεια του προστατευόμενου προσώπου και να δώσει στην οικογένεια τη δυνατότητα να αντιμετωπίσει νόμιμα και αποτελεσματικά τις καθημερινές δυσκολίες.

Το δικηγορικό μας γραφείο διαθέτει εμπειρία στην εκπροσώπηση οικογενειών σε υποθέσεις δικαστικής συμπαράστασης, παρέχοντας ολοκληρωμένη νομική υποστήριξη από την αρχική αξιολόγηση της υπόθεσης έως την έκδοση της δικαστικής απόφασης και την περαιτέρω υποστήριξη του δικαστικού συμπαραστάτη κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Στόχος μας είναι η αποτελεσματική προστασία του ανθρώπου που χρειάζεται βοήθεια, με απόλυτο σεβασμό στη νομιμότητα, την αξιοπρέπεια και τις ιδιαίτερες ανάγκες κάθε οικογένειας.

Διαταγή Απόδοσης Μισθίου: Ο ταχύτερος τρόπος για να ανακτήσει ο ιδιοκτήτης το ακίνητό του

Η εκμίσθωση ενός ακινήτου αποτελεί για πολλούς ιδιοκτήτες σημαντική πηγή εισοδήματος. Δεν είναι όμως λίγες οι περιπτώσεις στις οποίες ο μισθωτής σταματά να πληρώνει το ενοίκιο, συνεχίζει να μένει στο ακίνητο χωρίς να καταβάλλει τίποτα, ή αρνείται να το αδειάσει ακόμη και μετά τη λήξη της μίσθωσης. Πολλοί ιδιοκτήτες, σε αυτές τις περιπτώσεις, νιώθουν ότι δεν έχουν πραγματικό τρόπο να προστατέψουν την περιουσία τους, ή φαντάζονται ότι θα χρειαστούν χρόνια μέχρι να δικαιωθούν.

Η αλήθεια είναι διαφορετική, και μάλιστα από φέτος ακόμη πιο ευνοϊκή για τον ιδιοκτήτη. Από την 1η Μαΐου 2026 η διαδικασία της διαταγής απόδοσης μισθίου άλλαξε ριζικά, με τον ν. 5221/2025, και έγινε πολύ πιο γρήγορη απ’ όσο ίσχυε μέχρι πρόσφατα.

Τι είναι η διαταγή απόδοσης μισθίου σήμερα

Μέχρι πρότινος, η διαταγή απόδοσης μισθίου εκδιδόταν από δικαστήριο, χωρίς να προηγηθεί τακτική συζήτηση, αλλά πάντα μέσα στα χρονοδιαγράμματα και τον φόρτο των δικαστηρίων. Αυτό πλέον έχει αλλάξει. Η νέα διαδικασία, που ισχύει παράλληλα με την παλιά αλλά είναι πολύ ταχύτερη, προβλέπει ότι η διαταγή εκδίδεται από πιστοποιημένο δικηγόρο, ο οποίος ορίζεται αλφαβητικά από τη Γραμματεία του αρμόδιου Πρωτοδικείου από ειδικό κατάλογο δικηγόρων, χωρίς να χρειάζεται καθόλου προσφυγή στο δικαστήριο. Ο δικηγόρος αυτός υποχρεούται να ολοκληρώσει την έκδοση της διαταγής μέσα σε είκοσι ημέρες από την ανάθεση του φακέλου. Ο ιδιοκτήτης διατηρεί βέβαια και τη δυνατότητα να ακολουθήσει την παλιά οδό, μέσω αγωγής, αν κρίνει ότι τον συμφέρει περισσότερο, αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις η νέα διαδικασία είναι σαφώς πιο πρακτική.

Άλλη μία πολύ σημαντική αλλαγή, που πολλοί ιδιοκτήτες δεν γνωρίζουν ακόμη: η διαταγή απόδοσης μισθίου δεν αφορά πια μόνο τις περιπτώσεις καθυστέρησης ενοικίου. Με την τροποποίηση του άρθρου 637 ΚΠολΔ, που ισχύει από 1.1.2026, το εργαλείο αυτό μπορεί να χρησιμοποιηθεί και όταν απλώς έχει λήξει η μίσθωση, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, χωρίς να υπάρχει καμία οφειλή. Δηλαδή, ακόμη κι αν ο μισθωτής πλήρωνε πάντοτε κανονικά αλλά αρνείται να αποχωρήσει μετά τη λήξη της σύμβασης, ο ιδιοκτήτης έχει πλέον στη διάθεσή του την ίδια ταχεία διαδικασία.

Πότε και πώς μπορεί να εκδοθεί

Στην περίπτωση καθυστέρησης μισθωμάτων, η διαδικασία ξεκινά με έγγραφη όχληση που επιδίδεται από δικαστικό επιμελητή, και πρέπει να έχουν περάσει τουλάχιστον δεκαπέντε ημέρες από αυτήν την επίδοση μέχρι την κατάθεση της αίτησης. Αν ο μισθωτής πληρώσει μέσα σε αυτό το δεκαπενθήμερο, η διαδικασία σταματά, εκτός αν πρόκειται για επανειλημμένη δυστροπία, οπότε δεν χρειάζεται καν νέα όχληση για να προχωρήσει η υπόθεση τον επόμενο μήνα που θα καθυστερήσει ξανά το ενοίκιο.

Στην περίπτωση λήξης της μίσθωσης, οι προθεσμίες είναι αναγκαστικά μεγαλύτερες, ακριβώς για να έχει ο μισθωτής εύλογο χρόνο να βρει νέα στέγη. Ο ιδιοκτήτης πρέπει να επιδώσει εξώδικη πρόσκληση απόδοσης του ακινήτου τουλάχιστον τρεις μήνες πριν από τη λήξη της μίσθωσης, και η αναγκαστική εκτέλεση, αν χρειαστεί να φτάσουμε ως εκεί, μπορεί να ξεκινήσει μόνο δύο μήνες μετά την επίδοση της διαταγής στον μισθωτή. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι η όλη διαδικασία, από την πρώτη όχληση μέχρι την πραγματική ανάκτηση του ακινήτου, διαρκεί περίπου έξι μήνες, χωρίς να υπολογίζονται τυχόν αργίες ή θερινές διακοπές που μπορεί να την επιμηκύνουν λίγο ακόμη.

Σε κάθε περίπτωση, ο μισθωτής διατηρεί δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής μέσα σε δεκαπέντε εργάσιμες ημέρες, αν θεωρεί ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις ή ότι η διαδικασία δεν τηρήθηκε σωστά. Η απλή δυσαρέσκεια ή η οικονομική δυσχέρεια του μισθωτή, όμως, δεν αρκούν από μόνες τους για να ανατρέψουν τη διαδικασία, εφόσον όλα έχουν γίνει νόμιμα.

Τι μπορεί να ζητήσει ο ιδιοκτήτης

Η διαταγή δεν περιορίζεται στην απλή ανάκτηση του ακινήτου. Συνήθως ζητείται παράλληλα και η καταβολή των οφειλόμενων μισθωμάτων, οι τόκοι υπερημερίας, τα κοινόχρηστα που τυχόν βαρύνουν τον μισθωτή, καθώς και τα δικαστικά έξοδα. Έτσι ο ιδιοκτήτης μπορεί, με μία και μόνη διαδικασία, να πετύχει τόσο την επιστροφή του ακινήτου όσο και την είσπραξη όσων του οφείλονται.

Αξίζει εδώ μια διευκρίνιση που μπερδεύει αρκετούς πελάτες: η διαταγή απόδοσης μισθίου δεν πρέπει να συγχέεται με τη διαταγή πληρωμής, που αφορά αμιγώς χρηματικές απαιτήσεις χωρίς το στοιχείο της απόδοσης του ακινήτου. Πρόκειται για δύο ξεχωριστά εργαλεία, με διαφορετικό κόστος αμοιβής του πιστοποιημένου δικηγόρου που τις εκδίδει — 300 ευρώ για τη διαταγή απόδοσης μισθίου, 400 ευρώ για τη διαταγή πληρωμής — και ο σωστός χειρισμός εξαρτάται από το τι ακριβώς χρειάζεται ο ιδιοκτήτης σε κάθε περίπτωση.

Τι δεν πρέπει να κάνει ο ιδιοκτήτης

Η εμπειρία δείχνει ότι πολλοί ιδιοκτήτες χάνουν πολύτιμο χρόνο περιμένοντας υποσχέσεις του μισθωτή ότι «θα πληρώσει τον επόμενο μήνα», με αποτέλεσμα οι οφειλές να μεγαλώνουν και η είσπραξή τους να γίνεται όλο και πιο δύσκολη. Άλλοι παρασύρονται στην αντίθετη κατεύθυνση και προσπαθούν να πιέσουν τον μισθωτή μόνοι τους, αλλάζοντας την κλειδαριά, κόβοντας το ρεύμα ή απομακρύνοντας τα προσωπικά του αντικείμενα. Τέτοιες ενέργειες είναι παράνομες και μπορούν να γυρίσουν μπούμερανγκ, δημιουργώντας αστική και ποινική ευθύνη για τον ίδιο τον ιδιοκτήτη. Η νόμιμη οδός είναι πάντα η ασφαλέστερη, και πλέον είναι και αρκετά γρηγορότερη απ’ ό,τι παλιά.

Η σημασία της έγκαιρης νομικής καθοδήγησης

Όσο νωρίτερα κινηθεί κανείς, τόσο μικρότερη είναι η οικονομική ζημία του. Η αναμονή, η προφορική συνεννόηση χωρίς αποδεικτικά στοιχεία, ή η καθυστέρηση στη λήψη μέτρων, συνήθως ωφελούν μόνο τον κακοπληρωτή μισθωτή. Με το νέο πλαίσιο, η σωστή επιλογή της διαδικασίας από την αρχή -αν δηλαδή πρόκειται για περίπτωση δυστροπίας ή για λήξη μίσθωσης- κάνει πραγματική διαφορά στον χρόνο και στο κόστος.

Το γραφείο μας αναλαμβάνει υποθέσεις μισθώσεων, διαταγών απόδοσης μισθίου και αναγκαστικής εκτέλεσης, με πλήρη γνώση και εξοικείωση στο νέο πλαίσιο που ισχύει από το 2026. Αναλαμβάνουμε την υπόθεση από την πρώτη όχληση μέχρι την πραγματική ανάκτηση του ακινήτου, με στόχο την ταχύτερη δυνατή και ασφαλέστερη λύση για τον εντολέα μας.

Επιμέλεια ανηλίκων μετά το διαζύγιο: Τι εξετάζει πραγματικά το δικαστήριο;

Ο χωρισμός ενός ζευγαριού αποτελεί αναμφίβολα μία δύσκολη και ιδιαίτερα φορτισμένη συναισθηματικά περίοδο. Όταν όμως υπάρχουν ανήλικα παιδιά, η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο σύνθετη, καθώς οι γονείς καλούνται να λάβουν αποφάσεις που θα επηρεάσουν καθοριστικά τη ζωή και την ανάπτυξή τους. Ένα από τα συνηθέστερα ερωτήματα που απασχολούν τους γονείς είναι ποιος θα έχει την επιμέλεια των παιδιών και με ποια κριτήρια θα αποφασίσει το δικαστήριο.

Στην πράξη, παρατηρείται συχνά η λανθασμένη αντίληψη ότι η επιμέλεια απονέμεται σχεδόν πάντοτε στη μητέρα ή ότι μετά τις πρόσφατες αλλαγές στο οικογενειακό δίκαιο υπάρχει υποχρεωτικά ίση κατανομή του χρόνου παραμονής του παιδιού με κάθε γονέα. Η πραγματικότητα, όμως, είναι πολύ διαφορετική. Ο νόμος 4800/2021 δεν καθιερώνει υποχρεωτική ισόχρονη κατανομή· προβλέπει μόνο ένα μαχητό τεκμήριο ότι ο γονέας με τον οποίο δεν διαμένει μόνιμα το παιδί έχει δικαίωμα επικοινωνίας τουλάχιστον στο 1/3 του συνολικού χρόνου του, χωρίς αυτό να σημαίνει αυτόματα ισόχρονη ή εναλλασσόμενη διαμονή.

Το συμφέρον του παιδιού αποτελεί τον βασικό κανόνα

Κάθε απόφαση που λαμβάνεται από το δικαστήριο έχει ως μοναδικό γνώμονα το συμφέρον του ανηλίκου. Δεν εξετάζεται ποιος γονέας έχει μεγαλύτερα εισοδήματα, ποιος διαθέτει μεγαλύτερη κατοικία ή ποιος επιθυμεί περισσότερο να έχει το παιδί μαζί του. Το δικαστήριο αναζητά τη λύση που θα εξασφαλίσει στο παιδί σταθερότητα, ασφάλεια και ομαλή ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη.

Το συμφέρον αυτό αξιολογείται σε κάθε υπόθεση ξεχωριστά. Δεν υπάρχουν τυποποιημένες λύσεις ούτε γενικοί κανόνες που εφαρμόζονται σε όλες τις οικογένειες.

Τι είναι η γονική μέριμνα και τι η επιμέλεια;

Πολλοί συγχέουν τις δύο έννοιες. Η γονική μέριμνα περιλαμβάνει το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των γονέων απέναντι στο παιδί, όπως η εκπαίδευση, η υγεία, η ανατροφή, η διαχείριση της περιουσίας του και η λήψη σημαντικών αποφάσεων για τη ζωή του.

Η επιμέλεια αποτελεί μέρος της γονικής μέριμνας και αφορά κυρίως την καθημερινή φροντίδα του παιδιού: με ποιον διαμένει, ποιος οργανώνει την καθημερινότητά του, ποιος το συνοδεύει στις δραστηριότητές του και ποιος καλύπτει τις καθημερινές του ανάγκες.

Μετά τον χωρισμό, οι γονείς εξακολουθούν κατά κανόνα να ασκούν από κοινού τη γονική μέριμνα, ακόμη και αν η επιμέλεια ανατεθεί κυρίως στον έναν από αυτούς.

Ποια στοιχεία λαμβάνει υπόψη το δικαστήριο;

Στις περισσότερες υποθέσεις το δικαστήριο εξετάζει:

ποιος γονέας ασχολούνταν ουσιαστικά με την καθημερινή φροντίδα του παιδιού πριν από τον χωρισμό, ποια είναι η σχέση του παιδιού με κάθε γονέα, την ηλικία και τις ιδιαίτερες ανάγκες του παιδιού, τη σταθερότητα του οικογενειακού περιβάλλοντος, την ψυχική και σωματική υγεία των γονέων, τις συνθήκες διαβίωσης, τη δυνατότητα συνεργασίας μεταξύ των γονέων, τυχόν περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας ή κακοποιητικής συμπεριφοράς, τη γνώμη του ίδιου του παιδιού, όταν η ηλικία και η ωριμότητά του το επιτρέπουν.

Καμία από τις παραπάνω παραμέτρους δεν είναι από μόνη της καθοριστική. Το δικαστήριο σχηματίζει συνολική εικόνα αξιολογώντας όλα τα αποδεικτικά στοιχεία.

Η συνεργασία των γονέων έχει ιδιαίτερη σημασία

Ένα στοιχείο που τα τελευταία χρόνια αξιολογείται όλο και περισσότερο είναι η δυνατότητα κάθε γονέα να συνεργάζεται με τον άλλον.

Το δικαστήριο δεν επιβραβεύει τον γονέα που δημιουργεί συνεχείς εντάσεις, εμποδίζει την επικοινωνία του παιδιού με τον άλλο γονέα ή επιχειρεί να επηρεάσει αρνητικά το παιδί εναντίον του.

Αντίθετα, ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στην ικανότητα του κάθε γονέα να προάγει την ομαλή σχέση του παιδιού και με τους δύο γονείς, καθώς αυτό θεωρείται βασικό στοιχείο της υγιούς ανάπτυξής του.

Η επικοινωνία δεν αποτελεί «ανταμοιβή»

Ένα από τα μεγαλύτερα λάθη που παρατηρούνται στην πράξη είναι η χρήση της επικοινωνίας ως μέσο πίεσης.

Η επικοινωνία του παιδιού με τον γονέα που δεν διαμένει μαζί του αποτελεί δικαίωμα του ίδιου του παιδιού και όχι προνόμιο του γονέα.

Η άρνηση επικοινωνίας χωρίς σοβαρό λόγο μπορεί να δημιουργήσει σημαντικά προβλήματα τόσο στη δικαστική κρίση όσο και στη μελλοντική σχέση του παιδιού με τον γονέα του.

Η διατροφή αποτελεί διαφορετικό ζήτημα

Συχνά οι γονείς θεωρούν ότι εάν δεν καταβάλλεται διατροφή μπορούν να διακόψουν την επικοινωνία ή αντίστροφα.

Η αντίληψη αυτή είναι νομικά εσφαλμένη.

Η διατροφή και η επικοινωνία αποτελούν δύο εντελώς διαφορετικά δικαιώματα και υποχρεώσεις.

Ο γονέας που δεν καταβάλλει τη διατροφή μπορεί να αντιμετωπίσει αστικές και ποινικές συνέπειες, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι χάνει αυτομάτως το δικαίωμα επικοινωνίας με το παιδί του.

Αντίστοιχα, η παρεμπόδιση της επικοινωνίας δεν απαλλάσσει τον υπόχρεο από την υποχρέωση καταβολής διατροφής.

Η σημασία των ασφαλιστικών μέτρων

Σε πολλές περιπτώσεις απαιτείται άμεση δικαστική παρέμβαση.

Μέσω της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων το δικαστήριο μπορεί να ρυθμίσει προσωρινά ζητήματα επιμέλειας, επικοινωνίας και διατροφής μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση.

Η σωστή προετοιμασία του φακέλου, η συλλογή αποδεικτικών στοιχείων και η έγκαιρη νομική συμβουλή είναι καθοριστικής σημασίας, καθώς οι προσωρινές ρυθμίσεις επηρεάζουν συχνά και την τελική έκβαση της υπόθεσης.

Τι πρέπει να αποφεύγουν οι γονείς

Η εμπειρία δείχνει ότι ορισμένες συμπεριφορές λειτουργούν τελικά εις βάρος τόσο των ίδιων όσο και των παιδιών.

Είναι σημαντικό να αποφεύγονται:

οι προσβολές του άλλου γονέα μπροστά στο παιδί, η εμπλοκή του παιδιού στις δικαστικές διαφορές, η άσκηση πίεσης ώστε το παιδί να επιλέξει γονέα, η άρνηση επικοινωνίας χωρίς σοβαρό λόγο, η καταγραφή ή δημοσίευση προσωπικών στιγμών του παιδιού στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με σκοπό τη δημιουργία αποδεικτικών στοιχείων.

Οι πρακτικές αυτές όχι μόνο επιβαρύνουν ψυχολογικά το παιδί αλλά αξιολογούνται και αρνητικά από τα δικαστήρια.

Κάθε υπόθεση είναι μοναδική

Δεν υπάρχουν δύο ίδιες οικογένειες.

Για τον λόγο αυτό δεν υπάρχουν ούτε έτοιμες λύσεις.

Η σωστή αντιμετώπιση κάθε υπόθεσης απαιτεί προσεκτική μελέτη των πραγματικών περιστατικών, αξιολόγηση των διαθέσιμων αποδεικτικών μέσων και εξατομικευμένη νομική στρατηγική.

Η έγκαιρη νομική καθοδήγηση μπορεί να συμβάλει όχι μόνο στην προστασία των δικαιωμάτων των γονέων αλλά κυρίως στη διασφάλιση της ομαλής ανάπτυξης του παιδιού.

Το γραφείο μας αναλαμβάνει υποθέσεις οικογενειακού δικαίου με ιδιαίτερη ευαισθησία και υπευθυνότητα, επιδιώκοντας κατά προτεραιότητα τη συναινετική επίλυση των διαφορών όταν αυτό είναι προς όφελος των μερών και κυρίως των παιδιών. Όταν όμως απαιτείται δικαστική προστασία, παρέχουμε ολοκληρωμένη νομική εκπροσώπηση σε υποθέσεις επιμέλειας, γονικής μέριμνας, επικοινωνίας, διατροφής, ασφαλιστικών μέτρων και διαζυγίων, με γνώμονα πάντοτε το συμφέρον του ανηλίκου και την αποτελεσματική προάσπιση των δικαιωμάτων των εντολέων μας.

Η Νόμιμη Μοίρα και η Κληρονομική Διαδοχή στο Νέο Δίκαιο: Τι αλλάζει από 16 Σεπτεμβρίου 2026

Στις 22 Μαΐου 2026 δημοσιεύθηκε ο νόμος 5303/2026, ο οποίος αντικαθιστά εξ ολοκλήρου το κληρονομικό δίκαιο που γνωρίζαμε μέχρι σήμερα. Οι νέες ρυθμίσεις θα ισχύσουν για κληρονομίες προσώπων που θα πεθάνουν από τις 16 Σεπτεμβρίου 2026 και μετά. Όσοι έχουν ήδη συντάξει διαθήκη ή σχεδιάζουν να το κάνουν, καλό είναι να γνωρίζουν τι αλλάζει, ώστε να προσαρμόσουν εγκαίρως τις επιλογές τους.

Η νόμιμη μοίρα αλλάζει χαρακτήρα, όχι ποσοστό

Πολλοί πιστεύουν ότι το νέο δίκαιο μειώνει ή αυξάνει το ποσοστό της νόμιμης μοίρας. Αυτό δεν ισχύει: το ποσοστό παραμένει το μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας, όπως και σήμερα. Αυτό που αλλάζει ριζικά είναι η νομική της φύση. Μέχρι σήμερα, ο μεριδούχος ήταν κληρονόμος και είχε δικαίωμα σε συγκεκριμένο μερίδιο επί της ίδιας της περιουσίας. Από τον Σεπτέμβριο, ο μεριδούχος δεν θα είναι πλέον κληρονόμος, αλλά δανειστής της κληρονομίας. Θα έχει δηλαδή χρηματική αξίωση κατά του κληρονόμου, την οποία θα πρέπει να διεκδικήσει με αγωγή στην τακτική διαδικασία, χωρίς να αναγράφεται στο κληρονομητήριο. Για να προστατευθεί αυτή η αξίωση, ο νόμος προβλέπει δικαίωμα εγγραφής υποθήκης και προνόμιο κατά την αναγκαστική εκτέλεση. Σε ειδικές περιπτώσεις, το δικαστήριο μπορεί ακόμη να διατάξει απόδοση συγκεκριμένου περιουσιακού στοιχείου αντί χρηματικού ποσού.

Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι όσοι θεωρούν ότι θίγεται η νόμιμη μοίρα τους θα πρέπει να είναι πιο προσεκτικοί με τις προθεσμίες, καθώς πλέον μιλάμε για ενοχική αξίωση που παραγράφεται.

Αναβαθμίζεται σημαντικά η θέση του συζύγου

Μία από τις πιο αισθητές αλλαγές αφορά τον επιζώντα σύζυγο. Στην εξ αδιαθέτου διαδοχή, το μερίδιό του αυξάνεται όταν συντρέχει με τέκνα: λαμβάνει το 1/3 αν υπάρχει ένα τέκνο και το 1/4 αν υπάρχουν δύο ή περισσότερα, ενώ μέχρι σήμερα λάμβανε πάντα το 1/4. Επιπλέον, ο σύζυγος αποκτά πλέον αποκλειστική κλήση στην 3η τάξη συγγενών, προηγούμενος των παππούδων και θείων, ενώ μέχρι σήμερα καλούνταν μόνο στην 5η τάξη. Αποκτά επίσης δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης της οικογενειακής στέγης για ένα έτος από τον θάνατο, και τη δυνατότητα να επιλέξει, αντί της κληρονομικής μερίδας, την επικαρπία σε περιουσιακά στοιχεία της κληρονομίας.

Κληρονομικά δικαιώματα και για συντρόφους σε ελεύθερη ένωση

Για πρώτη φορά αναγνωρίζονται κληρονομικά δικαιώματα σε πρόσωπα που συμβίωναν χωρίς γάμο, εφόσον η συμβίωση διήρκεσε τουλάχιστον τρία χρόνια πριν τον θάνατο, ή χωρίς χρονικό περιορισμό αν υπήρχαν κοινά τέκνα. Ο σύντροφος αποκτά δικαίωμα εξαιρέτου, αποκλειστική χρήση της οικογενειακής στέγης για ένα έτος, και, αν δεν υπάρχουν κληρονόμοι σε προηγούμενη τάξη, εξ αδιαθέτου κληρονομικό δικαίωμα στην 5η τάξη, κατόπιν δικαστικής αναγνώρισης.

Δύο νέοι θεσμοί: κληρονομικές συμβάσεις

Ο νόμος εισάγει δύο εργαλεία που δεν υπήρχαν μέχρι σήμερα στο ελληνικό δίκαιο:

Η κληρονομική σύμβαση αιτία θανάτου επιτρέπει σε κάποιον να εγκαταστήσει κληρονόμο, να συστήσει κληροδοσία ή να επιλέξει το εφαρμοστέο δίκαιο μέσω σύμβασης και όχι μόνο μέσω διαθήκης. Σε αντίθεση με τη διαθήκη, δεν ανακαλείται μονομερώς με μεταγενέστερη διάταξη τελευταίας βούλησης, παρά μόνο υπό αυστηρές προϋποθέσεις. Είναι ιδιαίτερα χρήσιμη σε περιπτώσεις οικογενειακών επιχειρήσεων ή όταν επιδιώκεται δεσμευτικός οικογενειακός σχεδιασμός.

Η σύμβαση παραίτησης από μελλοντικά κληρονομικά δικαιώματα επιτρέπει σε κάποιον να παραιτηθεί, ολικά ή μερικά, ακόμη και μόνο από τη νόμιμη μοίρα του, έναντι ή χωρίς αντάλλαγμα. Πρόκειται για χρήσιμο εργαλείο διευθέτησης κληρονομικών ζητημάτων ενόσω ζει ακόμη ο κληρονομούμενος.

Αλλαγές και στις διαθήκες

Η ιδιόγραφη διαθήκη γίνεται πιο ανθεκτική σε τυπικά ελαττώματα: λάθος ή ελλιπής χρονολογία δεν επιφέρει πλέον αυτόματα ακυρότητα. Παράλληλα, θεσπίζεται ειδική προστασία για νοσηλευόμενους, καθιστώντας άκυρη τη διαθήκη τους κατά το μέρος που εγκαθιστά κληρονόμους πρόσωπα συνδεδεμένα με το ίδρυμα περίθαλψης. Αλλάζει επίσης ριζικά η διαδικασία κήρυξης ιδιόγραφης διαθήκης ως κυρίας, η οποία πλέον γίνεται από συμβολαιογράφο με ένορκη εξέταση μαρτύρων και, σε ορισμένες περιπτώσεις, υποχρεωτική γραφολογική πραγματογνωμοσύνη.

Τι σημαίνει αυτό για εσάς

Στο γραφείο μας παρακολουθούμε στενά την εφαρμογή του νέου νόμου και βοηθάμε τους πελάτες μας να αναθεωρήσουν διαθήκες, να εξετάσουν τη χρησιμότητα κληρονομικής σύμβασης ή σύμβασης παραίτησης, και να κατανοήσουν πώς επηρεάζεται η θέση τους ως μεριδούχων ή κληρονόμων. Αν έχετε ήδη συντάξει διαθήκη ή σχεδιάζετε κληρονομικό προγραμματισμό, είναι η κατάλληλη στιγμή να μιλήσουμε.

Η προστασία των προσωπικών δεδομένων στην Ελλάδα και την Ευρώπη

Η προστασία δεδομένων αφορά την προστασία κάθε πληροφορίας που σχετιζόμενης με ταυτοποιημένο ή αναγνωρίσιμο φυσικό εν ζωή πρόσωπο, μεταξύ των οποίων ονόματα, ημερομηνίες γέννησης, φωτογραφίες, βίντεο, διευθύνσεις email και αριθμοί τηλεφώνου. Προσωπικά δεδομένα ωστόσο, θεωρούνται επίσης και άλλες πληροφορίες, όπως διευθύνσεις IP και περιεχόμενο επικοινωνίας – που σχετίζονται ή παρέχονται από τελικούς χρήστες υπηρεσιών επικοινωνιών.
Η έννοια της προστασίας δεδομένων πηγάζει από το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή και αμφότερα είναι καθοριστικά για τη διατήρηση και την προώθηση θεμελιωδών αξιών και δικαιωμάτων. Μάλιστα, η προστασία δεδομένων, έχει ακριβείς στόχους για τη διασφάλιση της δίκαιης επεξεργασίας (συλλογή, χρήση, αποθήκευση) προσωπικών δεδομένων τόσο από τον δημόσιο όσο και από τον ιδιωτικό τομέα.
Από το 1950 που διακηρύχθηκε και υπογράφηκε από το Συμβούλιο της Ευρώπης η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, έχει ασκήσει αναμφίβολα σημαντική επιρροή στο εσωτερικό δίκαιο των χωρών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης και θεωρείται ευρέως ως η πιο αποτελεσματική διεθνής συνθήκη για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Όλα τα δικαιώματα της ΕΣΔΑ περιλαμβάνονται στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΧΘΔΕΕ) που διακηρύχθηκε από την Ευρωπαϊκή Συνέλευση και τέθηκε σε ισχύ ως μέρος της Συνθήκης της Λισσαβώνας την 1-12-2009. Ο Χάρτης αντιμετωπίζει ορισμένα σύγχρονα ζητήματα που δεν περιλαμβάνονται στην ΕΣΔΑ, όπως την ανθρώπινη κλωνοποίηση, την προστασία δεδομένων (άρθρο 8) κ.α. Γενικότερα όμως, στο πλαίσιο του δικαίου της ΕΕ, η προστασία δεδομένων ρυθμίστηκε για πρώτη φορά με την Οδηγία για την Προστασία Δεδομένων το 1995 (95/46/ΕΚ). Αναφορικά με την προστασία των προσωπικών δεδομένων, το άρθρο 8 του Χάρτη ορίζει ότι: «1.Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν» και «2. Η επεξεργασία αυτών των δεδομένων πρέπει να γίνεται για καθορισμένους σκοπούς και με βάση τη συγκατάθεση του ενδιαφερομένου ή για άλλους θεμιτούς λόγους που προβλέπονται από το νόμο…». Το δικαίωμα προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προβλέπεται επίσης και από το άρθρο 16 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ).
.
Σε εθνικό επίπεδο, συναντάμε στο άρθρο 9Α του Συντάγματος την προστασία των προσωπικών δεδομένων, το οποίο προστέθηκε με την αναθεώρηση του ελληνικού Συντάγματος το 2001. Σύμφωνα με αυτό: «Καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση, ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα, των προσωπικών του δεδομένων, όπως νόμος ορίζει..». Σχετική είναι και η διάταξη του άρθρου 5Α ως προς το δικαίωμα της πληροφόρησης και του δικαιώματος συμμετοχής στην κοινωνία της πληροφορίας. Από την άλλη, σε διεθνές επίπεδο η Σύμβαση 108 ήταν, και παραμένει, η μόνη νομικά δεσμευτική πράξη στον τομέα της προστασίας δεδομένων.

Κατά τα ανωτέρω, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που υποβάλλονται σε επεξεργασία μέσω της ανάλυσης μαζικών δεδομένων, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της νομοθεσίας της ΕΕ και του Συμβουλίου της Ευρώπης. Ωστόσο, το δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, δεν είναι απόλυτο· μπορεί να περιοριστεί όταν πρόκειται για στόχους γενικού συμφέροντος ή για την προστασία των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των τρίτων. Οι προϋποθέσεις περιορισμού των δικαιωμάτων στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής και στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα απαριθμούνται στο άρθρο 8 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, σύμφωνα με το οποίο «Δεν επιτρέπεται να υπάρξη επέμβασις δημοσίας αρχής εν τη ασκήσει του δικαιώματος τούτου, εκτός εάν η επέμβασις αύτη προβλέπεται υπό του νόμου και αποτελεί μέτρον το οποίον, εις μίαν δημοκρατικήν κοινωνίαν, είναι αναγκαίον δια την εθνικήν ασφάλειαν, την δημοσίαν ασφάλειαν, την οικονομικήν ευημερίαν της χώρας, την προάσπισιν της τάξεως και την πρόληψιν ποινικών παραβάσεων, την προστασίαν της υγείας ή της ηθικής, ή την προστασίαν των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων.», αλλά και στο άρθρο 52 παρ.1 του ΧΘΔΕΕ, σύμφωνα με το οποίο «Κάθε περιορισμός στην άσκηση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που αναγνωρίζονται στον παρόντα Χάρτη πρέπει να προβλέπεται από το νόμο και να σέβεται το βασικό περιεχόμενο των εν λόγω δικαιωμάτων και ελευθεριών. Τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, περιορισμοί επιτρέπεται να επιβάλλονται μόνον εφόσον είναι αναγκαίοι και ανταποκρίνονται πραγματικά σε στόχους γενικού ενδιαφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων».

Στον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων (ΓΚΠΔ), στο άρθρο 23, προβλέπονται 10 λόγοι περιορισμού του δικαιώματος προστασίας προσωπικών δεδομένων που αφορούν τη διασφάλιση της ασφάλειας του κράτους, της εθνικής άμυνας, της δημόσιας ασφάλειας, της πρόληψης/διερεύνησης/ανίχνευσης/δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων, άλλων σημαντικών στόχων γενικού δημόσιου συμφέροντος της Ένωσης ή κράτους μέλους, της προστασίας της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης και των δικαστικών διαδικασιών, της πρόληψης/διερεύνησης/ανίχνευσης/δίωξης παραβάσεων δεοντολογίας σε νομοθετικά κατοχυρωμένα επαγγέλματα, της παρακολούθησης, επιθεώρησης, κανονιστικής λειτουργίας που συνδέεται, έστω περιστασιακά, με την άσκηση δημόσιας εξουσίας στις περιπτώσεις που αναφέρονται στα παραπάνω, της προστασίας του υποκειμένου των δεδομένων ή των δικαιωμάτων και των ελευθεριών τρίτων, και της εκτέλεσης αστικών αξιώσεων.